Μάλλον συγκρατημένη είναι η στάση της Citi απέναντι στη Jumbo μετά τα αποτελέσματα του 2025, διατηρώντας ουδέτερη σύσταση και τιμή-στόχο στα 27 ευρώ, ενώ δίνει ιδιαίτερη έμφαση στα σημάδια επιβράδυνσης της κερδοφορίας και στη συντηρητική καθοδήγηση για το 2026.
Ο οίκος επισημαίνει ότι τα καθαρά κέρδη κινήθηκαν χαμηλότερα τόσο σε ετήσια βάση όσο και έναντι των εκτιμήσεων, κατά περίπου 2%, κυρίως λόγω αυξημένων λειτουργικών εξόδων και υψηλότερης φορολογίας. Παρά το γεγονός ότι η εικόνα στις πωλήσεις παραμένει ανθεκτική, η πίεση στα περιθώρια και η αύξηση του κόστους περιορίζουν τη δυναμική της κερδοφορίας.
Η Citi στέκεται επίσης στον προσεκτικό τόνο της διοίκησης για το 2026, με εκτιμήσεις για αύξηση πωλήσεων περίπου 5%, αλλά με τα καθαρά κέρδη να αναμένεται να κινηθούν από πτώση έως και σταθεροποίηση σε σχέση με το 2025. Αυτό, σύμφωνα με τον οίκο, υποδηλώνει περιορισμένες προοπτικές για ουσιαστική βελτίωση της κερδοφορίας βραχυπρόθεσμα.
Στο μέτωπο των περιθωρίων, δεν προκύπτουν ιδιαίτερα θετικές εκπλήξεις. Το μικτό περιθώριο βελτιώθηκε οριακά, αλλά δεν ήταν αρκετό για να αντισταθμίσει τις αυξημένες δαπάνες, με αποτέλεσμα το EBITDA να διαμορφωθεί χαμηλότερα από τις προσδοκίες της αγοράς.
Παράλληλα, η στρατηγική της εταιρείας φαίνεται να δίνει έμφαση στη συντήρηση και βελτίωση του υφιστάμενου δικτύου, παρά σε επιθετική επέκταση. Η Jumbo σχεδιάζει περιορισμένες κινήσεις, όπως ένα νέο κατάστημα στη Ρουμανία και ανακαινίσεις καταστημάτων, ενώ εξετάζει και νέες συνεργασίες εκτός Ευρώπης.
Θετικό στοιχείο παραμένει η ισχυρή ταμειακή θέση, με τα καθαρά διαθέσιμα να ενισχύονται σημαντικά, καθώς και η πολιτική επιστροφών προς τους μετόχους. Η συνολική διανομή για το 2025 διαμορφώνεται σε 1,20 ευρώ ανά μετοχή, με απόδοση περίπου 5%.
Ωστόσο, η Citi εκτιμά ότι η μετοχή βρίσκεται σε σχετικά ισορροπημένο επίπεδο αποτίμησης, με περιορισμένα περιθώρια σημαντικής ανόδου, καθώς η ανάπτυξη δείχνει να επιβραδύνεται και το περιβάλλον κόστους παραμένει απαιτητικό.
Στους βασικούς κινδύνους περιλαμβάνονται η ασθενέστερη κατανάλωση, η επιβράδυνση σε βασικές αγορές όπως η Ρουμανία, αλλά και πιθανές πιέσεις από δασμούς και προβλήματα στην εφοδιαστική αλυσίδα, που θα μπορούσαν να επηρεάσουν το κόστος προμηθειών της εταιρείας.





























