Η ενεργειακή μετάβαση δεν εξελίσσεται πλέον σε ένα περιβάλλον ομαλής προσαρμογής, αλλά μέσα σε ένα σκηνικό γεωπολιτικών εντάσεων, μεταβλητότητας στις αγορές και βαθιών αλλαγών στο παγκόσμιο ενεργειακό σύστημα.
Αυτό ήταν το βασικό συμπέρασμα του πάνελ «Energy Transition: Strategy, Supply and Capital Flows», που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του Delphi Economic Forum XI, με τη συμμετοχή των Geoffrey Pyatt, senior managing director για ενέργεια και κρίσιμα ορυκτά στη McLarty Associates και πρώην υφυπουργού Ενέργειας των ΗΠΑ, του διευθύνοντος συμβούλου της Εθνικής Τράπεζας Παύλου Μυλωνά, του Charles Hendry από το Atlantic Council, του αναπληρωτή διευθύνοντος συμβούλου της Motor Oil Πέτρου Τζαννετάκη και του προέδρου του Ιδρύματος Ωνάση Αντώνη Παπαδημητρίου.
Στο επίκεντρο της συζήτησης βρέθηκε η ανάγκη για ενεργειακή ασφάλεια, διαφοροποίηση πηγών και διαδρομών εφοδιασμού, καθώς και για μακροπρόθεσμο στρατηγικό σχεδιασμό, σε μια περίοδο κατά την οποία οι κρίσεις δεν αντιμετωπίζονται πλέον ως μεμονωμένα γεγονότα, αλλά ως επαναλαμβανόμενο και συστημικό φαινόμενο.
Οι πρόσφατες αναταράξεις ανέδειξαν τις ευπάθειες των διεθνών ενεργειακών αλυσίδων, οδηγώντας πολλές χώρες να επανεξετάσουν την εξάρτησή τους από συγκεκριμένους προμηθευτές και διαδρόμους μεταφοράς. Για την Ευρώπη, η ανάγκη αυτή είναι ακόμη πιο έντονη, καθώς η ήπειρος έχει βρεθεί περισσότερο εκτεθειμένη στις διακυμάνσεις των τιμών και στις διαταραχές εφοδιασμού.
Στο νέο αυτό περιβάλλον, η ασφάλεια εφοδιασμού αποκτά μεγαλύτερο βάρος από την αποκλειστική επιδίωξη της αποδοτικότητας. Ακόμη και όταν οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας είναι ανταγωνιστικές σε επίπεδο κόστους, η σταθερότητα του συστήματος παραμένει κρίσιμος παράγοντας για τη διασφάλιση προσιτών τιμών και αξιόπιστης τροφοδοσίας.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε και στον ρόλο της γεωγραφίας και των υποδομών, ιδίως για χώρες που μπορούν να λειτουργήσουν ως περιφερειακοί ενεργειακοί κόμβοι. Ωστόσο, η εξάρτηση από δραστηριότητες υψηλής έντασης άνθρακα, όπως η διύλιση, δημιουργεί πρόσθετες προκλήσεις και καθιστά αναγκαία τη διαφοροποίηση του ενεργειακού μείγματος.
Κεντρικό ζήτημα παραμένει ο ρόλος της κρατικής πολιτικής. Όπως επισημάνθηκε, ο ενεργειακός τομέας δεν μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά μόνο με όρους αγοράς. Η ισορροπία ανάμεσα στην ασφάλεια, το κόστος και τη βιωσιμότητα απαιτεί σταθερό και προβλέψιμο ρυθμιστικό πλαίσιο, καθώς και μηχανισμούς που παρέχουν ορατότητα στα έσοδα, ώστε να κινητοποιηθούν κεφάλαια για επενδύσεις μεγάλης κλίμακας.
Από την πλευρά της βιομηχανίας, οι εταιρείες καλούνται να κινηθούν σε δύο παράλληλες κατευθύνσεις: να διατηρήσουν την κερδοφορία των παραδοσιακών ενεργειακών δραστηριοτήτων και ταυτόχρονα να επενδύσουν στην απανθρακοποίηση. Αυτό οδηγεί σε πιο ισορροπημένες στρατηγικές, με συνέχιση επενδύσεων σε συμβατικές υποδομές αλλά και επέκταση σε ΑΠΕ, αποθήκευση ενέργειας και νέες τεχνολογίες.
Η χρηματοδότηση αναδείχθηκε ως μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις. Τα έργα της ενεργειακής μετάβασης έχουν συχνά μεγάλο χρονικό ορίζοντα, αβέβαιες αποδόσεις και εξάρτηση από ρυθμιστικές αποφάσεις, στοιχεία που δυσκολεύουν την προσέλκυση κεφαλαίων. Η ταχεία ανάπτυξη των ΑΠΕ έχει προσθέσει νέες δυσκολίες, όπως κορεσμό δικτύων, μεταβλητότητα τιμών και περιπτώσεις μηδενικών ή αρνητικών τιμών, που επηρεάζουν τη βιωσιμότητα των επενδύσεων.
Εν κατακλείδι, το μήνυμα που κυριάρχησε ήταν ότι η ενεργειακή μετάβαση δεν μπορεί να προχωρήσει αποσπασματικά. Απαιτεί συντονισμό και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό από κράτη, επιχειρήσεις και χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς. Η επιτυχία θα κριθεί από την ικανότητα των εμπλεκόμενων πλευρών να σχεδιάσουν μακροπρόθεσμα, να κινηθούν γρήγορα και να προσαρμοστούν σε ένα περιβάλλον όπου η αβεβαιότητα δεν αποτελεί εξαίρεση, αλλά βασικό χαρακτηριστικό της νέας ενεργειακής πραγματικότητας.
