Η αβεβαιότητα γύρω από την οικονομική πολιτική των ΗΠΑ επηρεάζει όλο και περισσότερο τις ροές άμεσων ξένων επενδύσεων στην Ασία, με τις πολυεθνικές να μην αξιολογούν πλέον μόνο το κόστος, τις υποδομές και τα κίνητρα, αλλά και τη γεωπολιτική θέση κάθε αγοράς απέναντι στην Ουάσινγκτον και το Πεκίνο.
Σύμφωνα με ανάλυση του FDI Intelligence, οι πολιτικές του Donald Trump, τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη προεδρική του θητεία, έχουν δημιουργήσει ένα περιβάλλον έντονης μεταβλητότητας για τις ασιατικές επενδύσεις. Στην πρώτη του θητεία, η επιθετική στάση έναντι της Κίνας, οι αυξήσεις δασμών και η κλιμάκωση του εμπορικού πολέμου οδήγησαν αμερικανικές πολιτείες και επιχειρήσεις να απομακρυνθούν από κινεζικά κεφάλαια.
Στη νέα του θητεία, η αρχική αισιοδοξία των πολυεθνικών για μια πιο φιλική προς τις επιχειρήσεις πολιτική αποδείχθηκε βραχύβια. Η επιβολή καθολικών δασμών έως 49% σε προϊόντα από περισσότερες από 50 χώρες ανέκοψε επενδυτικά σχέδια που βρίσκονταν ήδη σε αναμονή, παγώνοντας μεγάλο μέρος των επενδύσεων στη μεταποίηση στην Ασία.
Ακόμη και η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ, που έκρινε παράνομους τους δασμούς, δεν ήταν αρκετή για να καθησυχάσει τις αγορές, καθώς η αμερικανική κυβέρνηση κινήθηκε γρήγορα για να τους επαναφέρει μέσω άλλων οδών. Το αποτέλεσμα ήταν ακόμη μεγαλύτερη σύγχυση και περαιτέρω ψύχρανση των επενδυτικών ροών στην περιοχή.
Η αστάθεια αυτή ωθεί αρκετές ασιατικές χώρες να στραφούν περισσότερο προς την Κίνα, τόσο ως πηγή επενδύσεων όσο και ως εξαγωγική αγορά. Η Κίνα φαίνεται να ωφελείται από την αναδιάταξη, καθώς το 2025 κατέγραψε αύξηση εξαγωγών 5,5% και ιστορικό εμπορικό πλεόνασμα, παρά τους δασμούς. Παράλληλα, ενισχύονται και οι ενδοασιατικές επενδύσεις, με την Κίνα να αναδεικνύεται σε βασική πηγή κεφαλαίων για την ASEAN και σε κορυφαίο επενδυτή σε χώρες όπως η Ινδονησία και η Ταϊλάνδη.
Οι χαμένοι της νέας πραγματικότητας είναι παραδοσιακοί εξαγωγικοί κλάδοι, όπως τα αγροδιατροφικά προϊόντα, τα φάρμακα και το hardware τεχνολογίας. Αντίθετα, κερδισμένοι εμφανίζονται τομείς νέας γενιάς, όπως οι ημιαγωγοί, τα data centers, τα ηλεκτρικά οχήματα, η προηγμένη μεταποίηση και η βιοφαρμακευτική.
Κεντρικό στοιχείο της νέας επενδυτικής στρατηγικής είναι η αναζήτηση «ουδέτερου εδάφους». Οι πολυεθνικές εξετάζουν πλέον αν μια χώρα μπορεί να θεωρηθεί εμπορικά αποδεκτή τόσο από τις ΗΠΑ όσο και από την Κίνα. Σε αυτό το πλαίσιο, ορισμένοι επενδυτές επιλέγουν αγορές που θεωρούνται λιγότερο εκτεθειμένες στις γεωπολιτικές εντάσεις, ενώ άλλοι αλλάζουν σχεδιασμό με βάση τις μακροπρόθεσμες προοπτικές των δασμών.
Η Μαλαισία, για παράδειγμα, εμφανίζεται σε ορισμένες περιπτώσεις πιο ελκυστική από το Βιετνάμ, λόγω της εκτίμησης ότι μπορεί να έχει ευνοϊκότερη δασμολογική μεταχείριση σε βάθος χρόνου. Η Σιγκαπούρη και η Ταϊλάνδη επιχειρούν να ισορροπήσουν πραγματιστικά ανάμεσα στις δύο υπερδυνάμεις, ενώ το Βιετνάμ επιδιώκει να διαφοροποιήσει τη στρατηγική προσέλκυσης επενδύσεων, στρεφόμενο περισσότερο και προς την Ευρώπη.
Η Ινδία βλέπει την αμερικανική αβεβαιότητα ως ευκαιρία, επιχειρώντας να προσελκύσει περισσότερες αμερικανικές επενδύσεις. Η συμφωνία ΗΠΑ – Ινδίας για το 2030, με δεσμεύσεις ύψους 500 δισ. δολαρίων στους τομείς της ενέργειας, της τεχνολογίας και της άμυνας, εντάσσεται σε αυτή τη στρατηγική.
Αντίθετα, αρκετές ασιατικές επιχειρήσεις περιορίζουν τα σχέδιά τους στις ΗΠΑ, λόγω της οικονομικής και μεταναστευτικής πολιτικής, ενώ ο πόλεμος στο Ιράν προσθέτει νέο κύμα αβεβαιότητας στην περιοχή.
Οι δασμοί από μόνοι τους δεν εξηγούν την αναδιάταξη των επενδύσεων. Αυτό που αλλάζει βαθύτερα τις ροές κεφαλαίων είναι η πίεση προς χώρες και επιχειρήσεις να διαλέξουν πλευρά ή να βρουν ουδέτερο έδαφος. Για τις πολυεθνικές, η σταθερότητα και η προβλεψιμότητα είναι πλέον εξίσου σημαντικές με το κόστος.
