Εξελίξεις που οδηγούν σε επαναγιολόγηση του πολιτικού πλαισίου και του σεναρίου πρόωρων εκλογών καταγράφονται στο πολιτικό προσκήνιο, καθώς τα αλληλεπικαλυπτόμενα σκάνδαλα ΟΠΕΚΕΠΕ, Τεμπών και υποκλοπών συνεχίζουν να κυριαρχούν στην επικαιρότητα.
Η αναθέρμανση του σκανδάλου των υποκλοών μετά την διάταξη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για την παραμονή της στο αρχείο, επικάθεται πάνω στην ένταση κυβέρνησης – Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για τον ΟΠΕΚΕΠΕ και τις έρευνες στο υπουργείο Υγείας, ενώ συμπίπτει και με την εν εξελίξει δίκη για τα Τέμπη. Το περιβάλλον αυτό ευνοεί την ανασύνταξη της αντιπολίτευσης, η οοποία θα απαιτήσει ισχυρότερες κοινωνικές αναφορές, ενώ εντείνει την φθορά της κυβέρνησης και αποδυναμώνει έτσι περαιτέρω το πολιτικό κεφάλαιο του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Υπ’ αυτό πρίσμα, το ενδεχόμενο πρόωρης προσφυγής στις κάλπες τον Οκτώβριο, με εφαλτήριο τη ΔΕΘ, εν μέσω κύματος ακρίβειας και χωρίς τα μέτρα που θα ανακοινωθούν να έχουν γίνει αισθητά στην κοινωνία, θεωρείται μάλλον εκτός συζήτησης.
Το πολιτικό ρίσκο όμως συνεχίζει να ανεβαίνει συμβάλλοντας στην ανασύνθεση της αντιπολίτευσης, στην ενεργοποίηση της κοινωνίας και παράλληλα στην ανάσχεση των αποσυσπειρωτικών τάσεων στον πυρήνα της Νέας Δημοκρατίας. Αν και η αντιπολίτευση παραμένει ακόμη κατακερματισμένη, οι χειρισμοί της κυβέρνησης και η ειδησεογραφία ευνοούν την προσπάθεια ανασύνθεσης, καθώς εγείρονται ζητήματα που μπορούν να αποτελέσει βάση σύγκλισης και σχηματισμού αντιπολιτευτικών μετώπων.
Σε αυτό το πλαίσιο βρίσκεται τόσο η υπόθεση του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ, όσο και το σκάνδαλο των υποκλοπών., ενώ οι χειρισμοί της Δικαιοσύνης και της κυβέρνησης διευρύνουν το πεδίο της αντιπαράθεσης και θέτουν και νέα επίδικα ζητήματα. Οι υψηλοί τόνοι από τα media συμβάλλουν επίσης στην ενεργοποίηση της κοινής γνώμης και στην αντίκρουση της κυβερνητικής πολιτικής και επικοινωνιακής ατζέντας.
Παράλληλα, την εξίσωση περιπλέκουν και οι εσωτερικές έριδες στο κυβερνητικό στρατόπεδο, καθώς ομάδες βουλευτών έχουν αρχίσει να εκφράζουν κριτική δυνατά, στοχεύοντας τόσο το επιτελικό κράτος και την “φρουρά” του Μαξίμου, όσο και τον Κυριάκο Μητσοτάκη προσωπικά. Η νέα αυτή μεταβλητή έχει τη βάση στον αποκλεισμό και τις… δημοσκοπήσεις, καθώς πολλοί βουλευτές βλέπουν τις πιθανότητες επανεκλογής τους να βυθίζονται, μαζί τα ποσοστά της Νέας Δημοκρατίας. Με τον πρωθυπουργό να έχει διαψεύσει σενάρια για αλλαγή του εκλογικού νόμου προεκλογικά, αλλά ανοίγοντας απριόρι τη συζήτηση για μετά τις κάλπες και παράλληλα για την αλλαγή του συστήματος με εξωκοινοβουλευτικούς υπουργούς, το σκηνικό μεταβάλλεται άρδην, αλλά χωρίς σαφή κατεύθυνση.
Εξεταστική και πρόωρες εκλογές
Η αντιπολίτευση θα υποβάλλει σύσσωμη αίτημα για εξεταστική επιτροπή, με την κυβέρνηση να διαθέτει ήδη δομημένες οδούς διαφυγής, που σημαίνει ότι το πολιτικό ταγκό θα έχει… ενδιαφέρον. Το σκηνικό όμως διαμορφώνεται τώρα από τα media και οι κινήσεις της κυβέρνησης, τη δεδομένη στιγμή βρίσκονται στο μικροσκόπιο. Με δεδομένο το υψηλό πολιτικό κόστος του ΟΠΕΚΕΠΕ και των Τεμπών, ενδεχόμενη προσπάθεια διαφυγής της κυβέρνησης θα μπορούσε να υπονομεύσει έτι περαιτέρω τα κοινωνικά της ερείσματα.
Σε κάθε περίπτωση, το Μαξίμου μετράει τον αντίκτυπο της επικαιρότητας στην κοινωνία, τη δυνατότητα αντιμετώπισης με πλημμυρίδες ειδήσεων και μπάζωμα και την αναγκαιότητα πιο ουσιωδών πολιτκών παρεμβάσεων. Σε αυτή τη φάση πάντως, η αναθέρμανση σκανδάλων περιορίζει τις πιθανότητες πρόωρων εκλογών μεταθέτοντάς την ημερομηνία για τον Μάιο του 2027.
Οι υποκλοπές
Σε πρώτη ανάγνωση το πρόβλημα εντοπίζεται στην απόφαση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να διατηρήσει την υπόθεση στο αρχείο, παρα το αίτημα του πρωτοδίκη που δίκασε ένα σκέλος αυτής για νέα έρευνα. Ωστόσο, το μείζον θέμα είναι η επιχειρηματολογία και οι κρίσεις του ανώτατου δικαστικού για τα στοιχεία και το αίτημα του κατώτερου δικαστηρίου, τα οποία θα χρησιμοποιηθούν ως μείζονα επιχειρήματα για την αθώωση των καταδικασθέντων στο Εφετείο.
Η χθεσινή απόφαση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Τζαβέλλα ότι τα στοιχεία που ανέκυψαν κατά την ακροαματική διαδικασία στη δίκη για το παράνομο λογισμικό Predator, ήταν όλα γνωστά και ως εκ τούτου δεν υπάρχει λόγο για την ανάσυρση της αρχικής υπόθεσης από το αρχείο, φαίνεται ότι αποτελεί τη θρυαλλίδα για την επαναφορά του ζητήματος στην κεντρική πολιτική σκηνή, συμπαρασύροντας και την αξιοπιστία της Δικαιοσύνης, η οποία δοκιμάζεται για ακόμη μια φορά.
Με πράξη του, που φέρει ημερομηνία 27 Απριλίου 2026, σημειώνει πως δεν υπάρχει λόγος επανεξέτασης της σχετικής υπόθεσης, καθώς «τα στοιχεία των οποίων έγινε επίκληση από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών δεν συνιστούν νέα στοιχεία κατά το άρθρο 43 παρ. 6 ΚΠΔ, ικανά να δικαιολογήσουν την ανάσυρση της δικογραφίας από το αρχείο. Συνεπώς τα συμπεράσματα των πορισμάτων του αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αχιλλέα Ζήση δεν ανατρέπονται».
Ως προς το σκέλος που αφορά τη συμμετοχή εννέα ακόμη προσώπων στα αδικήματα για τα οποία καταδικάστηκαν οι τέσσερις επιχειρηματίες από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου επισημαίνει πως η επίκληση νέων στοιχείων για την επανεκκίνηση της ποινικής έρευνας δεν φαίνεται να στηρίζεται σε ουσιωδώς άγνωστα δεδομένα, αλλά σε ήδη αξιολογημένο αποδεικτικό υλικό.
Ο κ. Τζαβέλλας υποστηρίζει ότι αυτά που η απόφαση επικαλείται ως νέα στοιχεία «φέρεται να προκύπτουν από μαρτυρικές καταθέσεις, κυρίως δημοσιογράφων, οι οποίοι, επικαλούμενοι δημοσιογραφικό απόρρητο, αρνήθηκαν να αποκαλύψουν τις πηγές τους, κατά παράβασιν των ρητών διατάξεων του άρθρου 224 του ΚΠΔ», άρθρο το οποίο επιβάλλει στους μάρτυρες να κατονομάσουν πηγή διαφορετικά δεν λαμβάνεται υπόψη η κατάθεση.
Όπως αναφέρεται στην απόφαση:
«Απέναντι σ’ αυτήν τη σαφή και κατηγορηματική απόφανση του πορίσματος του αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου, Αχιλλέα Ζήση, ο δικαστής του δικάσαντος Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, αντί νέου πράγματι στοιχείου, που θα έπρεπε να προκύπτει και να αναδεικνύεται με σαφήνεια από την ακροαματική διαδικασία (…), προβάλλει την –επί τη βάσει ασθενέστατων ενδείξεων και υπονοιών– ανάγκη να διενεργηθεί και άλλη, τρίτη έρευνα, με σκοπό την τυχόν ανεύρεση νέων ουσιωδών στοιχείων», σημειώνει ο κ. Τζαβέλλας υπογραμμίζοντας πως η Δικαιοσύνη δεν μπορεί να εμπλέκεται «σε έναν ατέρμονα κύκλο πανομοιότυπων ερευνών, χωρίς ουσιαστικό λόγο».
Επίσης ο κ. Τζαβέλλας υποβαθμίζει τη σημασία της αποκάλυψης ύπαρξης ενός νέου προσώπου, του Κ.Π., που ανήκει στο φιλικό περιβάλλον του αποκαλούμενου «κρεοπώλη» και ταυτοποιείται ως το πρόσωπο που του πούλησε την προπληρωμένη κάρτα. Σύμφωνα δε με την κατάθεση του «κρεοπώλη», ο Κ.Π. είχε πρόσβαση στο σπίτι του και έκανε έναντι αμοιβής εξυπηρετήσεις για την ΕΥΠ. Για τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, όλα τα παραπάνω «είναι μεν νεότερα πραγματικά περιστατικά, πλην όμως, από τη συνεκτίμηση και συναξιολόγηση αυτών, εξακολουθεί να παραμένει αδύνατη η ταυτοποίηση του προσώπου, κατόχου και χρήστη της ανωτέρω προπληρωμένης κάρτας».
Κοινό μέτωπο της αντιπολίτευσης
Ο Νίκος Ανδρουλάκης ανακοίνωσε χθες ότι το ΠΑΣΟΚ θα συνεννοηθεί με τα άλλα κόμματα της δημοκρατικής αντιπολίτευσης ώστε να κατατεθεί από κοινού αίτημα για σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής, με αντικείμενο την υπόθεση των υποκλοπών. Σύμφωνα με πληροφορίες το επόμενο βήμα του κόμματος θα είναι η πρόταση μομφής στην κυβέρνηση, εάν διαπιστωθεί προσπάθειά της να αλλάξει τον Ποινικό Κώδικα προκειμένου οι τέσσερις καταδικασθέντες να αποφύγουν τη φυλάκιση.
Η φράση του κ. Ανδρουλάκη, “έχουμε εκτροπή”, στη χθεσινή, έκτακτη, συνέντευξη Τύπου, δεν αφήνει περιθώρια ήπιων αντιδράσεων, αλλά απαιτεί σκληρή αναμέτρηση με την κυβέρνηση.
“Περιέργως, ο απόστρατος Ισραηλινός αξιωματικός ενώ εκβίαζε σε δημόσια θέα τον Πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη και μιλούσε ξεκάθαρα για συνεργασία του ιδίου με το κράτος, δεν κλήθηκε καν από τον κ. Τζαβέλλα να καταθέσει. Δηλαδή ο άνθρωπος που εκβίαζε τον Έλληνα Πρωθυπουργό δεν κλήθηκε να καταθέσει στην ελληνική δικαιοσύνη (…) Για την ηγεσία του Αρείου Πάγου λοιπόν δεν υπάρχει ζήτημα κατασκοπείας για όσους “κάρφωσαν” το Predator στους αρχηγούς των ενόπλων δυνάμεων και στη μισή κυβέρνηση”, δήλωσε ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ.
Στο μέτωπο επανέρχεται και ο Αλέξης Τσίπρας ο οποίος εστίασε στην ηγεσία της Δικαιοσύνης λέγοντας: “Ό,τι εύκολα μπαίνει στο αρχείο, το ίδιο εύκολα βγαίνει από το αρχείο”.
Θέση έλαβε και ο Σωκράτης Φάμελλος, ο οποίος σε δήλωσή του αναφέρει: “Η σημερινή διάταξη του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κ. Τζαβέλλα να θέσει στο αρχείο το σκάνδαλο των υποκλοπών είναι απαράδεκτη. Και αποδεικνύει ότι βρισκόμαστε στο χειρότερο σημείο λειτουργίας της Δικαιοσύνης, αλλά και των Δημοκρατικών θεσμών στην Ελλάδα μετά τη μεταπολίτευση.
Το σκάνδαλο των υποκλοπών δεν θα κουκουλωθεί, όσο και να το θέλει η κυβέρνηση Μητσοτάκη και μερίδα της ηγεσίας της Δικαιοσύνης. Απαιτώ την ανάκληση της διάταξης. Γιατί μπροστά στην αναζήτηση της αλήθειας δεν πρέπει να μπαίνει κανένα εμπόδιο”.
Επόισης, υπογραμμίζει: “Οι δημοκρατικές πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις της χώρας μας οφείλουμε να συνεννοηθούμε το συντομότερο, για να αποκατασταθεί το Κράτος Δικαίου, που έχει πληγεί βάναυσα από το καθεστώς Μητσοτάκη”.
Η εξεταστική και τα αναχώματα
Για τη σύσταση της Εξεταστικήςο Κανονισμός της Βουλής δίνει το δικαίωμα στην μειοψηφία να την ζητά και να την πετυχαίνει με μόνο 120 ψήφους “τουλάχιστον”, αντί για 151 που απαιτείται για τη λήψη αποφάσεων.
Αυτό το δικαίωμα το δίνει μόνο δύο φορές στη διάρκεια της θητείας της Βουλής, ενώ μέχρι τώρα έχει αξιοποιηθεί μία φορά (για τα Τέμπη).
Η αντιπολίτευση μπορεί να υποβάλλει το αίτημα αρκεί να βρει τους 120 βουλευτές που θα το υπερψηφίσουν: ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ, ΚΚΕ Νέα Αριστερά και Πλεύση Ελευθερίας αριθμούν 95 βουλευτές. Ωστόσο εκτιμάται ότι θα την υπερψηφίσουν και οι 20 ανεξάρτητοι καθώς και η Ελληνική Λύση. Επίσης, λογικά θα έυθυγραμμιστεί και η Νίκη.
Η κυβέρνηση όμως έχει και μια δομημένη οδό διαφυγής: Μία διάταξη στον Κανονισμό της Βουλής που, εάν αξιοποιηθεί, θα εκτροχιάσει την προσπάθεια της αντιπολίτευσης. Η διάταξη αυτή αναφέρει ότι “η σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής για ζητήματα πoυ ανάγoνται στην εξωτερική πoλιτική και την εθνική άμυνα λαμβάνεται με την απόλυτη πλειoψηφία τoυ όλoυ αριθμoύ των βoυλευτών”, δηλαδή 151.
Έτσι, η τοποθέτηση του Νίκου Ανδρουλάκη για κατασκοπεία και η προαναγγελία κλήσης του Ταλ Ντίλιαν, μπορεί να λειτουργήσει ως μπούμερανγκ, επιτρέποντας στην κυβέρνηση τον πολιτικό ελιγμό.
Επίσης, η κυβερνητική πλειοψηφία θα μπορούσε να προβάλλει (κατά τα πρότυπα του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) ότι δεν έχουν προκύψει νέα στοιχεία και, άρα, δεν μπορεί να συσταθεί πάλι Εξεταστική επιτροπή για το ίδιο θέμα, τις υποκλοπές (σ.σ. είχε συσταθεί το 2022).
