Σε κρίσιμο σημείο βρίσκεται ο ελληνικός αγροτικός τομέας, καθώς η εξαγωγική δυναμική και η σημαντική συμβολή του στην οικονομία συνυπάρχουν με βαθιές διαρθρωτικές αδυναμίες που περιορίζουν την παραγωγικότητα και την ανθεκτικότητά του.
Νέα ανάλυση της διαΝΕΟσις καταγράφει τις βασικές προκλήσεις – από τον μικρό και κατακερματισμένο κλήρο έως τη γήρανση των αγροτών, το χαμηλό επίπεδο κατάρτισης, το αυξημένο κόστος παραγωγής και την κλιματική πίεση – υπογραμμίζοντας την ανάγκη για ένα συνεκτικό Εθνικό Στρατηγικό Σχέδιο Αγροτικής Ανάπτυξης.
Ο τομέας διατηρεί βαρύ οικονομικό και κοινωνικό αποτύπωμα. Το 2024 η συνολική αξία της ελληνικής αγροτικής παραγωγής έφτασε σχεδόν τα 15,7 δισ. ευρώ, ενώ στην αγροτική παραγωγή απασχολήθηκαν περίπου 450.000 άτομα, σε όρους ετήσιας ισοδύναμης απασχόλησης, ποσοστό λίγο πάνω από το 10,5% της συνολικής απασχόλησης. Τα φρούτα αποτελούν τη μεγαλύτερη κατηγορία παραγωγής, με μερίδιο 31,8%, και ακολουθούν τα ζωικά προϊόντα, το ελαιόλαδο και τα λαχανικά – οπωροκηπευτικά.
Πίσω, όμως, από τα ονομαστικά μεγέθη, η εικόνα είναι λιγότερο θετική. Σε πραγματικούς όρους, η αξία της αγροτικής παραγωγής μειώθηκε κατά 6,1% το 2023 και κατά 1,1% το 2024, ενώ για το 2025 εκτιμάται νέα πτώση. Αντίστοιχα, η πραγματική Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία του τομέα κινείται πτωτικά επί δεκαετίες, με μέσο ετήσιο ρυθμό συρρίκνωσης 1% την περίοδο 1995-2024.
Σύμφωνα με την ανάλυση τα βασικά προβλήματα του ελληνικού αγροτικού τομέα συνοψίζονται σε έξι διαρθρωτικές «πληγές»:
- τον μικρό και κατακερματισμένο κλήρο, που περιορίζει τις οικονομίες κλίμακας
- τη γήρανση του αγροτικού πληθυσμού και την αδυναμία προσέλκυσης νέων
- το χαμηλό επίπεδο κατάρτισης, που δυσκολεύει την υιοθέτηση σύγχρονων πρακτικών
- την υστέρηση σε επενδύσεις και τον αναποτελεσματικό καταμερισμό κεφαλαίων
- την άνοδο του κόστους παραγωγής, ιδίως σε ενέργεια και λιπάσματα και
- την εντεινόμενη πίεση της κλιματικής αλλαγής και των υδατικών περιορισμών.
Πρόκειται για παράγοντες που δεν λειτουργούν μεμονωμένα, αλλά αλληλεπιδρούν και εγκλωβίζουν τον τομέα σε χαμηλή παραγωγικότητα.
Η διαΝΕΟσις επισημαίνει ότι το βασικό πρόβλημα είναι η χαμηλή παραγωγικότητα. Η Ελλάδα απασχολεί στον αγροτικό τομέα πολύ μεγαλύτερο ποσοστό εργατικού δυναμικού από την ΕΕ, χωρίς όμως αντίστοιχη απόδοση σε παραγόμενη αξία. Το 2024 η ΑΠΑ ανά απασχολούμενο στην Ελλάδα ήταν 10.728 ευρώ, έναντι 23.310 ευρώ στην ΕΕ-27, ενώ η αξία παραγωγής ανά απασχολούμενο ήταν 24.974 ευρώ, έναντι 62.606 ευρώ στην ΕΕ.
Κεντρική αιτία είναι το μέγεθος και ο κατακερματισμός των εκμεταλλεύσεων. Η μέση χρησιμοποιούμενη έκταση στην Ελλάδα φτάνει τα 54,2 στρέμματα, λιγότερο από το ένα τρίτο του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Παράλληλα, το 45% των εκμεταλλεύσεων χρησιμοποιεί έκταση κάτω των 20 στρεμμάτων, ενώ μόλις το 3,1% ξεπερνά τα 300 στρέμματα. Η δομή αυτή περιορίζει τις οικονομίες κλίμακας, την πρόσβαση σε σύγχρονο εξοπλισμό και την ουσιαστική αξιοποίηση νέων τεχνολογιών.
Στην ίδια κατηγορία εντάσσονται η γήρανση του αγροτικού πληθυσμού και η αδυναμία προσέλκυσης νέων επαγγελματιών. Η ανάλυση τονίζει ότι τα επόμενα χρόνια η χώρα θα πρέπει να αναπληρώσει περισσότερους από 200.000 αγρότες ηλικίας 65 ετών και άνω, ενώ μέσα στην επόμενη δεκαετία θα προστεθούν άλλοι 150.000 από την ηλικιακή ομάδα 55-64 ετών. Χωρίς έγκαιρη ανανέωση, αυξάνεται ο κίνδυνος εγκατάλειψης παραγωγικής γης.
Ιδιαίτερα έντονο είναι και το πρόβλημα κατάρτισης. Το 2023 μόλις το 0,7% των διαχειριστών αγροτικής γης είχε πλήρη αγροτική κατάρτιση, ενώ το 94,4% δεν είχε καμία σχετική εκπαίδευση και βασιζόταν αποκλειστικά στην πρακτική εμπειρία. Αυτό σημαίνει ότι σχεδόν το 90% της χρησιμοποιούμενης αγροτικής έκτασης βρίσκεται στα χέρια διαχειριστών χωρίς αγροτική εκπαίδευση.
Παρά τις αδυναμίες, ο τομέας παρουσιάζει ισχυρά σημάδια εξωστρέφειας. Οι εξαγωγές αγροτικών αγαθών και υπηρεσιών αυξήθηκαν με μέσο ετήσιο ρυθμό 8,1% την περίοδο 2019-2024, ενώ από το 2012 οι εξαγωγές ξεπερνούν σταθερά τις εισαγωγές. Το 2024 οι εξαγωγές του αγροτικού τομέα έφτασαν τα 2,67 δισ. ευρώ, έναντι εισαγωγών 2,14 δισ. ευρώ.
Ο αγροτικός τομέας δεν περιορίζεται μόνο στην πρωτογενή παραγωγή, αλλά λειτουργεί ως κρίσιμος κρίκος για ευρύτερους κλάδους της οικονομίας. Μεγάλο μέρος της αξίας του κατευθύνεται στην εγχώρια κατανάλωση, στη βιομηχανία τροφίμων και ποτών, καθώς και στον τουρισμό και την εστίαση, ενώ ταυτόχρονα στηρίζει και την ίδια την παραγωγική διαδικασία μέσω των ενδιάμεσων αναλώσεων. Η διασύνδεση αυτή αναδεικνύει ότι οι αδυναμίες του τομέα δεν επηρεάζουν μόνο τους παραγωγούς, αλλά διαχέονται σε όλο το οικονομικό σύστημα.
Η εικόνα αυτή, σύμφωνα με τη διαΝΕΟσις, δείχνει ότι ο ελληνικός αγροτικός τομέας δεν στερείται δυνατοτήτων. Το πρόβλημα είναι ότι οι δυνατότητες αυτές μένουν σε μεγάλο βαθμό αναξιοποίητες, καθώς το κόστος παραγωγής, η έλλειψη επενδύσεων, η περιορισμένη συνεργασία και οι πιέσεις της κλιματικής αλλαγής λειτουργούν σωρευτικά.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται και στο νερό. Η γεωργία καταναλώνει το 80%-85% του συνολικού νερού στη χώρα, γεγονός που καθιστά τη διαχείριση των υδάτων κρίσιμο ζήτημα για τη βιωσιμότητα της παραγωγής, ειδικά σε ένα περιβάλλον λιγότερων βροχοπτώσεων, περισσότερων ξηρασιών και συχνότερων ακραίων θερμοκρασιών.
Η ανάλυση καταλήγει ότι η απάντηση δεν μπορεί να είναι αποσπασματική. Χρειάζεται ένα Εθνικό Στρατηγικό Σχέδιο Αγροτικής Ανάπτυξης, το οποίο θα συνδέει την αναδιάρθρωση της παραγωγής, την ενίσχυση συνεργατικών σχημάτων, την κατάρτιση, τις επενδύσεις σε τεχνολογία, τη διαφάνεια στις ενισχύσεις, τη διαχείριση κινδύνων και την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή.
Το διακύβευμα δεν αφορά μόνο την οικονομική απόδοση του κλάδου, αλλά και το αν ένα σημαντικό μέρος της ελληνικής αγροτικής γης θα παραμείνει παραγωγικά ενεργό τα επόμενα χρόνια.
