Η συζήτηση για τα επιτόκια στις ΗΠΑ πήρε νέα πολιτική διάσταση, όταν ο Donald Trump άφησε δημόσια ανοιχτό το ενδεχόμενο να απολύσει τον υπουργό Οικονομικών, Scott Bessent, εάν δεν επιταχυνθεί η πτώση του κόστους δανεισμού. Η ατάκα, ειπωμένη σε επενδυτικό συνέδριο στην Ουάσιγκτον, ήρθε σε μια περίοδο αυξανόμενης πίεσης από τους ψηφοφόρους και ανέδειξε πόσο έντονα ο πρόεδρος επιδιώκει να μεταφέρει τη δυσαρέσκεια προς τη Fed.
Παρότι ο τόνος ήταν μισοαστεϊστικός, η ουσία δεν άφηνε περιθώρια παρερμηνείας: ο Trump θεωρεί ότι η κεντρική τράπεζα κινείται υπερβολικά αργά, και χρησιμοποιεί τον Bessent ως μοχλό πίεσης για πιο γρήγορη χαλάρωση. Αν και ο υπουργός Οικονομικών δεν έχει καμία θεσμική αρμοδιότητα στη χάραξη νομισματικής πολιτικής, ο πρόεδρος τον κάλεσε δημοσίως να «διορθώσει» την κατάσταση, δείχνοντας ξεκάθαρα τις προθέσεις του.
Από εκεί και πέρα, ο Trump πέρασε στην «κατηγορία» Powell, επαναλαμβάνοντας ότι θεωρεί τον επικεφαλής της Fed «ανεπαρκή» και επαναφέροντας την ιδέα της απομάκρυνσής του – μια κίνηση που ο Bessent εμφανίζεται να τον έχει αποτρέψει να κάνει. Ο υπουργός Οικονομικών παρουσιάστηκε για ακόμη μία φορά ως η «φωνή λογικής» στο οικονομικό επιτελείο, ένας ρόλος που υπογραμμίζει την ασυνήθιστη επιρροή του στις αποφάσεις του προέδρου.
Ωστόσο, πίσω από τις χιουμοριστικές ατάκες, βρίσκεται μια πολύ σοβαρή πολιτική διακύβευση. Η κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με αυξημένη δυσαρέσκεια για την πορεία των τιμών, και ο Trump καθιστά τη Fed κύριο στόχο της κριτικής του, ζητώντας πιο επιθετική χαλάρωση. Η ρητορική του, όμως, θολώνει επικίνδυνα τη γραμμή ανάμεσα στην εκτελεστική εξουσία και την ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας – ένα σημείο που ανησυχεί ιδιαίτερα τις αγορές.
Την ίδια στιγμή, ο Bessent βρίσκεται στο κέντρο μιας παράλληλης μάχης: της διαδοχής στη Fed. Ως επικεφαλής της διαδικασίας επιλογής του επόμεμενου προέδρου της κεντρικής τράπεζας, διαμορφώνει τη λίστα των υποψηφίων που περιλαμβάνει τα ονόματα των Christopher Waller και Michelle Bowman, του πρώην διοικητή Kevin Warsh, του Kevin Hassett και του κορυφαίου διαχειριστή Rick Rieder. Ο Trump έχει δηλώσει ότι έχει «σχεδόν καταλήξει» στο πρόσωπο, χωρίς να αποκαλύψει ποιο προτιμά.
Αυτή η διαδικασία αποκτά, όμως, πλέον ξεκάθαρα πολιτικό χρώμα. Όταν ένας πρόεδρος απειλεί -έστω μισοαστεία- να απολύσει τον υπουργό Οικονομικών επειδή η Fed δεν μειώνει τα επιτόκια, το μήνυμα προς τον επόμενο επικεφαλής της κεντρικής τράπεζας είναι σαφές: η πολιτική πίεση θα είναι διαρκής και έντονη.
Καθώς οι ΗΠΑ πλησιάζουν σε μια περίοδο οικονομικής και πολιτικής αβεβαιότητας, τα επιτόκια, οι σχέσεις Trump–Fed και η επιλογή του διαδόχου του Powell διαμορφώνουν ένα τοπίο όπου η νομισματική πολιτική απειλεί να γίνει -ξανά- προεκλογικό όπλο. Και το πώς θα κινηθεί ο Trump τους επόμενους μήνες θα καθορίσει όχι μόνο την κατεύθυνση της Fed, αλλά και την αξιοπιστία της αμερικανικής οικονομικής διακυβέρνησης.
































