Τις τελευταίες ημέρες οι 700.000 καθημερινοί πελάτες του «Σκλαβενίτη» παραλαμβάνουν στα ταμεία και ένα φυλλάδιο που μεταξύ άλλων διευκρινίζει τη θέση της επιχείρησης για το πρόστιμο και εξηγεί γιατί δεν αφορά αισχροκέρδεια, υψηλές ή λανθασμένες τιμές προϊόντων.
Στο ίδιο μικρό φυλλάδιο η εταιρία δηλώνει κατηγορηματικά ότι «ΔΕΝ έχουμε παραβεί το νόμο και γι αυτό το λόγο ασκούμε κάθε ένδικο μέσο για τη δικαίωσή μας!»
Το μικρό κείμενο καταλήγει αναφέροντας ότι «δίνουμε καθημερινά αγώνα για να είμαστε η φθηνότερη αλυσίδα σούπερ μάρκετ στην Ελλάδα και να στηρίζουμε έμπρακτα την Ελληνική Κοινωνία».
Αντίδραση δηλαδή και κείμενο επίσης, 100% Σκλαβενίτης. Μία εταιρία που ξέρουν όλοι οι Έλληνες και που οι παλαιοί πελάτες της (πριν ακόμα γιγαντωθεί την τελευταία δεκαετία η εταιρία), ήξεραν πολύ καλά για συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της. Χαρακτηριστικά μίας από τις ξεχωριστές ελληνικές οικογένειες, που έχουν περάσει και στην επιχείρηση.
Η εταιρία Σκλαβενίτης με τζίρο 5,5 δισ. ευρώ σήμερα, δεν ενδιαφέρεται για το πρόστιμο. Ενδιαφέρεται για το όνομα και την εικόνα που έχουν οι πελάτες της, ένα δείγμα και πάλι, των χαρακτηριστικών της οικογένειας, παρά τη γιγάντωση της εταιρίας. Λειτουργεί ακόμα με την ηθική, ότι «καλύτερα να σου βγει το μάτι παρά το όνομα», το οποίο παραμένει ένα από τα βασικότερα χαρακτηριστικά του success story αυτής της επιχείρησης.

Δεν είναι θέμα μάρκετινγκ, αυτό είναι δευτερεύον. Η βάση της πελατείας είναι πολύ παλιά και πιστή, για κάποιους λόγους και το άτυπο «συμβόλαιο» δεν μπορεί να σπάσει. Ενώ η εταιρία από καιρό τώρα, είναι καταδικασμένη να επιτύχει. Καταδικασμένη.
Ο Σκλαβενίτης, μετέχει στη συμφωνία για μείωση τιμών 5-10% σε πάνω από 1.000 κωδικούς προϊόντων που πέτυχε το υπουργείο Ανάπτυξης με τις αλυσίδες σούπερ μάρκετ και τις βιομηχανίες τροφίμων. Συμφωνία στην οποία έπρεπε να συμφωνεί και να μετέχει για να επιτύχει.
Η γιγάντωση της εταιρίας, ήρθε ακριβώς επειδή η οικογένεια και η επιχείρηση ήταν μετρημένη και νοικοκυρεμένη και value for money, από πάντα. Αυτό απέφερε μία σταθερότητα και μία κερδοφορία κι όχι «ανάπτυξη» με άλματα στο κενό. Έτσι με καλές σχέσεις με το κοινό και τους προμηθευτές, με οργάνωση, σταθερότητα, value for money, κορυφαία φερεγγυότητα και μετρημένη κάθε κίνηση, βρέθηκε στην πιο δύσκολη περίοδο της κρίσης, να είναι η πιο συγκροτημένη και ισχυρή εταιρία στον κλάδο της.
Έτσι πάλι, πίεσαν την εταιρία, να αναλάβει το χρεωκοπημένο Μαρινόπουλο, μετά από κανόνια άνω των 1,3 δισ. ευρώ που άφησε σε προμηθευτές και τράπεζες, (που θα γονάτιζαν και τις βιομηχανίες και τις τράπεζες), πέραν των απλήρωτων εργαζομένων του Μαρινόπουλου που θα έμεναν στο δρόμο.
Σε πάνω από 450 εταιρίες χρωστούσαν Μαρινόπουλος και Carrefour. Αν δεν επιτύγχανε η ανάληψη του Μαρινόπουλου, κινδύνευε να κλείσει και ο Σκλαβενίτης που έπαιρνε αυτό το βάρος και όλοι οι άλλοι.
Την ιστορία αυτή έχει αξία να τη θυμηθούμε σήμερα, γιατί η εταιρία διέσωσε με τη στήριξη τραπεζών και προμηθευτών που δέχθηκαν κούρεμα 50% στα χρέη του Μαρινόπουλου, πολλές άλλες εταιρίες και χιλιάδες εργαζομένους με την επιτυχία της. Και η επιτυχία ήρθε με τα κέρδη, όχι με την αισχροκέρδεια. Και με την εμπιστοσύνη του κοινού. Γιατί η εταιρία εξακολουθεί να έχει ανταγωνιστικές τιμές, να πληρώνει τους προμηθευτές της και να δίνει αυξήσεις και στους εργαζομένους της, που άλλοι εργαζόμενοι δεν παίρνουν…
Από την άλλη πλευρά, το υπουργείο Ανάπτυξης στρέφεται -για ακόμη μια φορά- στη λύση των συνήθως υπόπτων, τη στρατηγική του εύκολου στόχου και τις κορώνες των μεγάλων προστίμων στα μεγάλα ονόματα. Αυτό που δεν περίμενε όμως ο Τάκης Θεοδωρικάκος είναι ότι ο Σκλαβενίτης θα αντιδράσει με grass roots movement, αποφεύγοντας την καμπάνια στα mainstream media και τον ανταγωνισμό για τον έλεγχο του news cycle. Ο Σκλαβενίτης θα κερδίσει το “popular vote”, πιθανώς και το δικαστήριο. Το ερώτημα είναι αν τελικά, για την κυβέρνηση οι πρώτες εντυπώσεις ήταν τελικά αρκετές για να αντισταθμίσουν το υπόλοιπο κόστος.
Στην πραγματικότητα ο Σκλαβενίτης υπερασπίζεται τη φήμη, τη σχέση της οικογένειας με εργαζομένους και πελάτες, το ρόλο του στην κοινωνία και στα τοπικά clusters και επαναφέρει στο προσκήνιο μια μορφή επικοινωνίας που έφθινε, δεν χρησιμοποιούνταν στη στρατηγική της πολιτικής επικοινωνίας και για την οποία δεν υπάρχουν in place αντίμετρα, ενώ εκμεταλλεύεται το δικό του social cluster και όχι τα social networks, προστατεύοντας εαυτόν από ενδεχόμενο push-back και shaming campaigns.
Σε πολιτικό επίπεδο, η κυβέρνηση προσπαθώντας να δείξει ότι μάχεται την ακρίβεια φαίνεται ότι άνοιξε ένα μέτωπο το οποίο όχι απλώς δεν μπορεί να κερδίσει, αλλά από το οποίο η κοινωνία θα εξάγει συμπεράσματα και θα κάνει αναπόφευκτες συνδέσεις…































