Μπορεί για πολλούς τα F-35 να αποτελούν το ιερό δισκοπότηρο των εξοπλιστικών προγραμμάτων για την Ελλάδα, στην πραγματικότητα όμως αποτελούν το πρώτο ουσιατσικό στοιχείο αλλαγής του αμυντικού δόγματος, καθώς για την πλήρη και αποτελεσματική αξιοποίησή τους απαιτείται η διαμόρφωση ολοκληρωμένου δικτυοκεντρικού συστήματος, με πολυεπίπεδη και διαρκή συλλογή και realtime αξιολόγηση πληροφοριών.
Πρόκειται για το νέο μοντέλο επιχειρησιακής λειτουργίας η έλευση του οποίου οδηγεί πλέον τα εξοπλιστικά προγράμματα και αποτελεί τη βάση για την ανάπτυξη καινοτομίας, ενώ απαιτεί ολοκληρωμένη σχεδίαση και διαχείριση ώστε να καταστεί εφικτή η παραγωγική του αξιοποίηση. Αυτό πρακτικά σημαίνει νέα εξοπλιστικά προγράμματα που εστιάζουν στα συστήματα πληροφορικής, AI και την ασφάλεια επικοινωνιών, τα οποία στοχεύουν στη διασύνδεση όλων των επιχειρησιακών συστημάτων, στη λογική της διαρκούς ροής πληροφοριών και την αξιολόγηση των δεδομένων όχι ad hoc αλλά στρατηγικά και σε πραγματικό χρόνο.
Αυτό αποτυπώθηκε άλλωστε και σε παρεμβάσεις στελεχών της Lockheed Martin στο πλαίσιο του Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών. Σύμφωνα με όσα ακούστηκαν, οι επενδύσεις σε ψηφιακές υποδομές, data, και cyber capabilities, αποτελούν το κλειδί ώστε να λειτουργήσει προς όφελος της Ελλάδας η αγορά των F-35.
Ο Αντιπρόεδρος Διεθνούς Ανάπτυξης Επιχειρήσεων της Lockheed Martin για τη Δυτική Ευρώπη, Emanuele Serafini, τοποθετήθηκε επί του ζητήματος χωρίς περιστροφές από το βήμα των Δελφών, επισημαίνοντας ότι εάν μια χώρα που αγοράζει τα F-35 δεν τα συνοδεύσει με τις ανάλογες υποδομές τότε το αεροσκάφος δεν θα είναι σε θέση να «δείξει την πλήρη αξία του».
Το μήνυμα για την Ελλάδα είναι πως ένα δυνατό asset στην ψηφιακή εποχή της άμυνας από μόνο του δεν έχει μεγάλη αξία, εάν δεν υπάρχει ένα διακλαδισμένο, δικτυοκεντρικό σύστημα να το υποστηρίξει. Σ΄αυτό το σημείο θα κριθεί και η ετοιμότητα της χώρας και του αμυντικού οικοσυστήματος να περάσουν στην επόμενη φάση της άμυνας, με επενδύσεις υποστήριξης υψηλής προστιθέμενης αξίας.
Κρίσιμο παραμένει και το στοιχείο της πολυχρηστικότητας. Να στηθεί, δηλαδή, ένα ευέλικτο σύστημα το οποίο να είναι σε θέση να εξυπηρετήσει μια σειρά αμυντικών τεχνολογιών, αντί να στήνονται ad hoc πατέντες που εξυπηρετούν κάθε έργο ξεχωριστά.
«Πρέπει να χτίσεις αυτό το σύστημα. Το F-35 είναι απλώς ένα στοιχείο ενός πολύ μεγαλύτερου οικοσυστήματος. Και αυτό είναι που το κάνει πραγματικά game changer» ανέφερε σχετικά ο κ.Serafini, ενώ πρόσθεσε: «Χρειάζεται να δημιουργήσεις υποδομές — κυβερνοϋποδομές, διαχείριση δεδομένων — μια πλήρως ψηφιοποιημένη υποδομή που να μπορεί να υποστηρίξει τον τεράστιο όγκο δεδομένων που συλλέγει μια τέτοια πλατφόρμα».
Ο κ. Serafini υπογράμμισε επίσης ότι ένα απ΄τα βασικά ζητήματα είναι η αλλαγή κουλτούρας των πιλότων που χρησιμοποιούν F-35. «Αυτό είναι ένα ενδιαφέρον στοιχείο: ο πιλότος συνήθως είναι «μέρος» της αποστολής, αλλά στο F-35 είσαι μέρος ενός ολόκληρου συστήματος», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Να σημειώσουμε ότι η παράδοση των 20 μαχητικών F-35 για την ελληνική πολεμική αεροπορία με τη σφραγίδα της Lockheed Martin έχει υπογραφεί ήδη από τον Ιούλιο του 2024, με option για 20 ακόμα. Τα πρώτα, μάλιστα, αναμένεται να παραδοθούν σύμφωνα με τις πιο ελαστικές εκτιμήσεις το 2030, ενώ το αισιόδοξο σενάριο είναι παράδοση το 2028.
To case της Ελλάδας: Τα 3,47 δισ. και ο πολλαπλασιαστής
Η μέγιστη επιχειρησιακή αξιοποίηση του F-35 επιτυγχάνεται μόνο όταν το αεροσκάφος εντάσσεται σε ένα πλήρως ολοκληρωμένο οικοσύστημα battle-management και διασυνδέσεων δεδομένων, στοιχείο που καθορίζει τη δομή του προγράμματος της Πολεμικής Αεροπορίας. Η Ελλάδα έχει ήδη υπογράψει Letter of Offer and Acceptance για 20 F-35A, με option για ακόμη 20, συνολικής αξίας περίπου €3,47 δισ., με παραδόσεις από το 2028 (Lot 20/Block 4) και πλήρη επιχειρησιακή ικανότητα μετά το 2030. Στο πλαίσιο αυτό, το αεροσκάφος δεν μπορεί να λειτουργήσει αυτόνομα· απαιτεί ταυτόχρονη διασύνδεση μέσω MADL για ασφαλή, χαμηλής παρατηρησιμότητας επικοινωνία μεταξύ F-35 και μέσω Link 16 για διαλειτουργικότητα με F-16V, Rafale, Mirage 2000-5, ναυτικές μονάδες και επίγεια συστήματα. Τα συστήματα gateways που μεταφράζουν MADL σε Link 16 και legacy formats αποτελούν κρίσιμο πολλαπλασιαστή ισχύος, επιτρέποντας στο F-35 να διανέμει δεδομένα στόχευσης σε όλο το φάσμα δυνάμεων και να λειτουργεί ως κεντρικός κόμβος μάχης. Το δίκτυο αυτό συνδέεται με εθνικά συστήματα διοίκησης και ελέγχου, όπως τα AEW&C τύπου Erieye και οι επίγειοι κόμβοι που εντάσσονται στην αναπτυσσόμενη αρχιτεκτονική «Achilles Shield», καθώς και με δομές NATO/JADC2, τοποθετώντας το F-35 στον πυρήνα της αεροπορικής υπεροχής στο Αιγαίο και των δυνατοτήτων anti-access/area-denial.
Πέρα από τη διασύνδεση, η επιχειρησιακή απόδοση καθορίζεται από τα προηγμένα onboard συστήματα και τα λογισμικά επίπεδα που συγκροτούν το επιχειρησιακό του πλεονέκτημα. Τα ελληνικά F-35A θα ενσωματώνουν το πλήρες πακέτο Block 4, με ραντάρ AN/APG-85 AESA, DAS, EOTS, HMDS και ολοκληρωμένο σύστημα ηλεκτρονικού πολέμου, επιτρέποντας υψηλού επιπέδου sensor fusion και stealth ISR/strike αποστολές. Το Block 4, σε συνδυασμό με το Tech Refresh-3, ενεργοποιεί προηγμένες δυνατότητες αναγνώρισης στόχων, διευρυμένη ολοκλήρωση όπλων όπως ο AIM-120D AMRAAM και μελλοντικές επιλογές για αποστολές SEAD, συμπεριλαμβανομένων όπλων όπως το AARGM-ER. Τα συστήματα mission planning στο έδαφος φορτώνουν ακριβή επιχειρησιακά σενάρια και κανόνες εμπλοκής προσαρμοσμένους στο περιβάλλον του Αιγαίου, ενώ τα συστήματα εκπαίδευσης live-virtual-constructive προετοιμάζουν τα πληρώματα για σύνθετες επιχειρήσεις με μεικτούς σχηματισμούς F-16V και Rafale. Στο πλαίσιο αυτό, το F-35 εξελίσσεται σε κόμβο sensor-shooter που διαμορφώνει το πεδίο μάχης σε πραγματικό χρόνο.
Η πλήρης αξιοποίηση εξαρτάται τελικά από την υποστήριξη, τις υποδομές και τα συστήματα κυριαρχίας δεδομένων που διασφαλίζουν διαθεσιμότητα και επιχειρησιακή αυτονομία. Η Αεροπορική Βάση Ανδραβίδας αναβαθμίζεται με επένδυση περίπου €230 εκατ. ως κύρια βάση F-35, με hardened shelters και προηγμένες δυνατότητες υποστήριξης, σε συνδυασμό με την ένταξη στο ODIN για diagnostics, predictive maintenance και διαχείριση εφοδιαστικής αλυσίδας σε παγκόσμιο επίπεδο. Η υποστήριξη του κινητήρα F135 και των stealth επιστρώσεων θα συνδέεται με διεθνείς υποδομές όπως το FACO Cameri στην Ιταλία, ενώ η εκπαίδευση πιλότων θα ξεκινά στις ΗΠΑ και θα μεταφέρεται σταδιακά στην Ελλάδα, με περίπου 100 ώρες ανά χειριστή για επίτευξη επιχειρησιακής ετοιμότητας. Συμπληρωματικά μέσα, όπως ιπτάμενα τάνκερ και AEW&C, επεκτείνουν την ακτίνα δράσης, ενώ τα συστήματα ELINT/SIGINT μετατρέπουν τα δεδομένα ηλεκτρομαγνητικού φάσματος σε δυναμικά ενημερωμένες βάσεις απειλών. Παράλληλα, η αρχιτεκτονική κυριαρχίας δεδομένων διασφαλίζει τον έλεγχο σε mission data, κρυπτογράφηση και αναβαθμίσεις λογισμικού, επιτρέποντας στην Ελλάδα να διατηρεί επιχειρησιακή ανεξαρτησία εντός του παγκόσμιου οικοσυστήματος F-35, προϋπόθεση για διατηρήσιμη και υψηλής έντασης επιχειρησιακή δραστηριότητα.






























