Η κλιμάκωση της σύγκρουσης με το Ιράν αρχίζει να επηρεάζει τις παγκόσμιες αγορές, με τις μετοχές σε Ευρώπη και Ιαπωνία να θεωρούνται πλέον ιδιαίτερα ευάλωτες σε ένα σενάριο παρατεταμένου πολέμου, σύμφωνα με τον επικεφαλής στρατηγικής επενδύσεων της Bank of America, Michael Hartnett.
Όπως επισημαίνει, σε περιόδους εκτεταμένης γεωπολιτικής έντασης οι επενδυτές τείνουν να ανακατευθύνουν κεφάλαια προς περιουσιακά στοιχεία που ωφελούνται από τις συγκρούσεις – κυρίως την ενέργεια, το δολάριο και τον αμυντικό κλάδο. Αντίθετα, αγορές που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από εισαγόμενη ενέργεια και διαθέτουν περιορισμένη έκθεση σε ενεργειακές εταιρείες βρίσκονται συχνά υπό πίεση.
Σε αυτή την κατηγορία συγκαταλέγονται, σύμφωνα με τον Hartnett, οικονομίες όπως η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα και μεγάλο μέρος της Ευρώπης, οι οποίες είναι καθαροί εισαγωγείς ενέργειας. Σε ένα περιβάλλον αυξημένων τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου, οι αγορές αυτές είναι πιθανό να αντιμετωπίσουν ισχυρότερες εκροές κεφαλαίων.
Η τάση αυτή έχει ήδη αρχίσει να γίνεται αισθητή στις αγορές. Οι ευρωπαϊκές μετοχές οδεύουν προς τη χειρότερη εβδομαδιαία επίδοση από την περίοδο της έντασης γύρω από τους εμπορικούς δασμούς τον περασμένο Απρίλιο, ενώ και ο δείκτης Nikkei 225 στην Ιαπωνία σημειώνει αντίστοιχα σημαντικές απώλειες.
Στη Νότια Κορέα, η μεταβλητότητα έχει αυξηθεί αισθητά. Ο δείκτης Kospi κατέγραψε μέσα στην εβδομάδα τόσο μια ιστορικά μεγάλη πτώση όσο και τη μεγαλύτερη ημερήσια άνοδο από το 2008, γεγονός που αποτυπώνει το έντονα ασταθές κλίμα που επικρατεί στις αγορές.
Ο πόλεμος, ο οποίος εισέρχεται πλέον στην έβδομη ημέρα, έχει στρέψει την προσοχή των επενδυτών κυρίως στο ενεργειακό σκέλος της κρίσης. Η σχεδόν πλήρης διακοπή των ενεργειακών ροών μέσω του Στενού του Ορμούζ αποτελεί τον βασικό παράγοντα αβεβαιότητας για τις διεθνείς αγορές.
Σε περίπτωση περαιτέρω κλιμάκωσης, ο Hartnett δεν αποκλείει ακόμη και μια πιο επιθετική παρέμβαση των Ηνωμένων Πολιτειών με στόχο τη διασφάλιση της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου – εξέλιξη που, όπως σημειώνει, θα μπορούσε να συνδεθεί με την ανάγκη ενεργειακής τροφοδότησης της αμερικανικής τεχνολογικής και τεχνητής νοημοσύνης υπεροχής.
Η γεωπολιτική αυτή αναταραχή ενδέχεται να ανατρέψει και μια μακροχρόνια επενδυτική θέση του ίδιου του Hartnett. Από τα τέλη του 2024, ο στρατηγικός αναλυτής της Bank of America είχε συστήσει στους επενδυτές να αυξήσουν την έκθεση σε αγορές εκτός Ηνωμένων Πολιτειών.
Η στρατηγική αυτή αποδείχθηκε ιδιαίτερα επιτυχημένη, καθώς την περίοδο που ακολούθησε ο δείκτης S&P 500 κατέγραψε άνοδο περίπου 15%, ενώ ο δείκτης MSCI ACWI ex-US – που αποτυπώνει τις παγκόσμιες αγορές εκτός ΗΠΑ – ενισχύθηκε κατά περίπου 33%.
Ωστόσο, μια παρατεταμένη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή θα μπορούσε να αλλάξει εκ νέου την κατεύθυνση των κεφαλαίων στις διεθνείς αγορές, επαναφέροντας στο προσκήνιο το δολάριο, την ενέργεια και τους αμυντικούς κλάδους ως βασικούς «ωφελημένους» ενός γεωπολιτικά ασταθούς περιβάλλοντος.































