Η γεωπολιτική κρίση στη Μέση Ανατολή επαναφέρει την αβεβαιότητα στις παγκόσμιες αγορές ενέργειας, ωστόσο η επόμενη πενταετία ενδέχεται να φέρει μια βαθιά ανατροπή στο ισοζύγιο προσφοράς και ζήτησης φυσικού αερίου.
Σύμφωνα με τον επικεφαλής του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA), Fatih Birol, ένα μεγάλο κύμα νέας παραγωγής υγροποιημένου φυσικού αερίου αναμένεται να εισέλθει στην αγορά τα επόμενα χρόνια, ασκώντας πτωτικές πιέσεις στις τιμές.
Μιλώντας στις Βρυξέλλες μετά από συνάντηση με την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ursula von der Leyen και Ευρωπαίους επιτρόπους, ο Birol εκτίμησε ότι περίπου 300 δισ. κυβικά μέτρα νέας δυναμικότητας LNG θα προστεθούν στην παγκόσμια αγορά μέσα στην επόμενη πενταετία. Η αύξηση αυτή, όπως σημείωσε, θα μπορούσε να μεταβάλει σημαντικά τις ισορροπίες στην αγορά φυσικού αερίου και να οδηγήσει σε σταδιακή αποκλιμάκωση των τιμών.
Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι περίπου το 75% αυτής της νέας προσφοράς θα είναι ευέλικτο LNG, γεγονός που σημαίνει ότι τα φορτία θα μπορούν να κατευθύνονται προς τις αγορές με τη μεγαλύτερη ζήτηση, ενισχύοντας τον ανταγωνισμό μεταξύ αγοραστών και περιορίζοντας την επιρροή των μακροχρόνιων γεωπολιτικών εξαρτήσεων.
Προειδοποίηση για το ρωσικό αέριο
Στο ίδιο πλαίσιο, ο επικεφαλής της IEA προειδοποίησε ότι η Ευρώπη δεν θα πρέπει να εξετάσει την επιστροφή στο ρωσικό φυσικό αέριο ως λύση για τις πιέσεις στις ενεργειακές τιμές.
Η κλιμάκωση της κρίσης στη Μέση Ανατολή έχει ήδη προκαλέσει συζητήσεις σε ορισμένους κύκλους σχετικά με το αν η Ευρώπη θα πρέπει να επανεξετάσει τις ενεργειακές σχέσεις με τη Μόσχα. Ωστόσο, σύμφωνα με τον Birol, μια τέτοια επιλογή θα ήταν τόσο οικονομικά όσο και πολιτικά λανθασμένη.
Όπως σημείωσε, ένα από τα βασικά στρατηγικά λάθη της Ευρώπης στο παρελθόν ήταν η υπερβολική εξάρτηση από έναν μόνο προμηθευτή – τη Ρωσία – γεγονός που κατέστησε την ήπειρο ιδιαίτερα ευάλωτη σε γεωπολιτικούς κινδύνους.
Η Ευρώπη υπό πίεση από τις ενεργειακές τιμές
Η συζήτηση πραγματοποιείται σε μια περίοδο κατά την οποία οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και η βιομηχανία ασκούν έντονες πιέσεις στις Βρυξέλλες για μέτρα περιορισμού του ενεργειακού κόστους.
Η Ursula von der Leyen έχει δεσμευτεί να παρουσιάσει προτάσεις στους ηγέτες της ΕΕ ενόψει της συνόδου κορυφής αργότερα μέσα στον μήνα. Μεταξύ των επιλογών που εξετάζονται περιλαμβάνονται η μείωση φόρων και τελών που επιβαρύνουν τους λογαριασμούς ενέργειας, καθώς και η ευρύτερη χρήση κρατικών ενισχύσεων για τη στήριξη ενεργοβόρων βιομηχανιών.
Ωστόσο, αξιωματούχοι και αναλυτές αναγνωρίζουν ότι δεν υπάρχει γρήγορη λύση. Η Ευρώπη παραμένει σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από εισαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου, γεγονός που την καθιστά ιδιαίτερα ευάλωτη στις διακυμάνσεις των διεθνών τιμών. Η ένταση στη Μέση Ανατολή έχει ήδη οδηγήσει σε νέα άνοδο των τιμών ενέργειας.
Η κρίση στη Μέση Ανατολή και το LNG
Την ίδια στιγμή, η αγορά LNG βρίσκεται αντιμέτωπη με βραχυπρόθεσμες πιέσεις λόγω των εξελίξεων στην περιοχή του Περσικού Κόλπου. Ο υπουργός Ενέργειας του Κατάρ, Saad al-Kaabi, προειδοποίησε πρόσφατα ότι οι ενεργειακές εξαγωγές της χώρας ενδέχεται να χρειαστούν εβδομάδες ή ακόμη και μήνες για να επανέλθουν σε κανονικά επίπεδα μετά από επίθεση με drones σε εγκατάσταση LNG.
Η Ντόχα αναγκάστηκε να ενεργοποιήσει ρήτρα force majeure, γεγονός που εντείνει τις ανησυχίες για την ασφάλεια των ενεργειακών ροών από την περιοχή. Το Κατάρ αποτελεί τον δεύτερο μεγαλύτερο εξαγωγέα LNG στον κόσμο και οποιαδήποτε διαταραχή στις εξαγωγές του μπορεί να επηρεάσει άμεσα την παγκόσμια αγορά.
Ο al-Kaabi προειδοποίησε ότι μια παρατεταμένη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή θα μπορούσε να οδηγήσει σε αύξηση των τιμών ενέργειας, ελλείψεις πρώτων υλών και ευρύτερες διαταραχές στη βιομηχανική παραγωγή.
Βραχυπρόθεσμο σοκ – μακροπρόθεσμη υπερπροσφορά
Η αντίθεση μεταξύ των δύο εξελίξεων αποτυπώνει τη σημερινή δυναμική της αγοράς φυσικού αερίου. Βραχυπρόθεσμα, οι γεωπολιτικές εντάσεις μπορούν να περιορίσουν την προσφορά και να αυξήσουν τις τιμές. Μεσοπρόθεσμα, όμως, η μαζική επέκταση της παγκόσμιας παραγωγικής ικανότητας LNG – κυρίως στις Ηνωμένες Πολιτείες, το Κατάρ και τον Καναδά – αναμένεται να δημιουργήσει μια νέα φάση αυξημένης προσφοράς.
Σε αυτό το περιβάλλον, η ενεργειακή στρατηγική της Ευρώπης θα κριθεί από το κατά πόσο θα μπορέσει να διαχειριστεί τις βραχυπρόθεσμες κρίσεις χωρίς να επιστρέψει σε εξαρτήσεις που η ίδια επιχείρησε να εγκαταλείψει τα τελευταία χρόνια.































