Η Goldman Sachs ανανεώνει τις προβλέψεις της για τον ελληνικό τραπεζικό κλάδο, επιμένοντας ότι οι προοπτικές παραμένουν ανθεκτικές και η κερδοφορία ισχυρή.
Στο νέο της σημείωμα ανεβάζει τη σύσταση για τη Eurobank σε «αγορά», διατηρεί την ένδειξη «αγορά» για Τράπεζα Πειραιώς και Alpha Bank, ενώ υποβαθμίζει την Εθνική Τράπεζα σε «ουδέτερη», επικαλούμενη κυρίως ζητήματα αποτίμησης.
Στο σκέλος των 12μηνων τιμών-στόχων, η αμερικανική τράπεζα τοποθετεί τον νέο πήχη στα 5,00 ευρώ για τη Eurobank, στα 10,50 ευρώ για την Τράπεζα Πειραιώς, στα 5,10 ευρώ για την Alpha Bank και στα 16,75 ευρώ για την Εθνική Τράπεζα. Με βάση αυτά τα επίπεδα, οι ενδείξεις ανόδου που «διαβάζει» για τις μετοχές αντιστοιχούν σε +21% για τη Eurobank, +20% για την Πειραιώς, +22% για την Alpha και +11% για την ΕΤΕ, με τη μέση δυνητική άνοδο να κινείται κοντά στο 20%.
«Nέα εποχή» κερδοφορίας και μεγαλύτερη ευελιξία
Η Goldman Sachs περιγράφει τον κλάδο ως μια αγορά που έχει περάσει σε φάση υψηλότερης, πιο διαρθρωτικής κερδοφορίας, με καλύτερα κεφαλαιακά «μαξιλάρια», πιο στιβαρά επιχειρηματικά μοντέλα και υποστηρικτικό μακροοικονομικό υπόβαθρο. Σημειώνει, παράλληλα, ότι η χρηματιστηριακή εικόνα έχει ήδη ενσωματώσει μέρος της βελτίωσης: από το τέλος του 2021 οι τέσσερις συστημικές έχουν ενισχυθεί κατά μέσο όρο περίπου 400%, όταν ο τραπεζικός δείκτης SX7P έχει κινηθεί περίπου +170%. Από την αρχή του έτους, οι ίδιες μετοχές εμφανίζουν άνοδο γύρω στο 20% κατά μέσο όρο, έναντι περίπου +4% για τον SX7P.
Παρότι αναγνωρίζει αυτή τη δυνατή κίνηση, η τράπεζα εξακολουθεί να αξιολογεί το περιβάλλον ως «εποικοδομητικό» και εκτιμά ότι οι νέες τιμές-στόχοι «δείχνουν» ακόμη μέσο περιθώριο ανόδου κοντά στο 20%.
Γιατί αλλάζουν οι συστάσεις
Η αναβάθμιση της Eurobank από «ουδέτερη» σε «αγορά» αποδίδεται σε αυτό που η Goldman περιγράφει ως πλεονεκτικό επιχειρηματικό μείγμα και συνεχιζόμενη δυναμική, με ισχυρή παρουσία σε Ελλάδα, Κύπρο και Βουλγαρία, αλλά και σταθερό ROTE κοντά στο 15%. Αντίθετα, η Εθνική Τράπεζα «κατεβαίνει» σε «ουδέτερη» από «αγορά», με την αιτιολόγηση να εστιάζει στη σχετική αποτίμηση.
Δύο κρίσιμες τεχνικές αλλαγές στην αποτίμηση
Στο ίδιο report, η Goldman Sachs εξηγεί ότι προχωρά σε σημαντική αναθεώρηση των τιμών-στόχων προς τα πάνω (κατά μέσο όρο περίπου 27%). Η κίνηση αυτή αποδίδεται κυρίως σε παραδοχές που «κουμπώνουν» καλύτερα στην τρέχουσα αγοραία αξία και σε χαμηλότερο υποθετικό κόστος κεφαλαίου. Παράλληλα, αλλάζει το βασικό εργαλείο αποτίμησης και μετατοπίζεται σε προσέγγιση P/E, με το σκεπτικό ότι τα κέρδη είναι πλέον πιο προβλέψιμα, άρα η σύγκριση με την υπόλοιπη ευρωπαϊκή κάλυψη γίνεται πιο «καθαρή».
Πού βλέπει το επενδυτικό story σε ευρωπαϊκό κάδρο
Σε πανευρωπαϊκή σύγκριση, η Goldman Sachs θεωρεί ότι η ελληνική περίπτωση παραμένει ελκυστική, υπογραμμίζοντας ότι ο ρυθμός αύξησης των δανείων κινείται περίπου στο διπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου, με στήριξη από ισχυρούς δείκτες αποδοτικότητας, καλύτερη ποιότητα ενεργητικού, υψηλότερες αποδόσεις και πιο προληπτική χρήση κεφαλαίων. Προσθέτει ότι, παρά τη χρηματιστηριακή άνοδο, οι ελληνικές τράπεζες συνεχίζουν να διαπραγματεύονται με έκπτωση έναντι της Ευρώπης, με P/E περίπου 10 φορές σε σύγκριση με περίπου 11 φορές για τις ευρωπαϊκές τράπεζες που καλύπτει (12mf LSEG consensus).
Για τα επόμενα χρόνια, οι αναλυτές της εκτιμούν μέσο ROTE περίπου 14%-15% για την περίοδο 2026-28E και μέσο δείκτη CET1 πάνω από 15%.































