Η ελληνική οικονομία έχει επιτύχει αξιόλογη σύγκλιση τα τελευταία χρόνια, ωστόσο η πρόοδος αυτή στηρίχθηκε σχεδόν αποκλειστικά στην αύξηση της απασχόλησης και στη μείωση της ανεργίας, και πολύ λιγότερο στην ενίσχυση της παραγωγικότητας. Αυτό επισήμανε ο Τάσος Αναστασάτος, επικεφαλής οικονομολόγος του ομίλου Eurobank και πρόεδρος της Συντονιστικής Επιτροπής Οικονομικής Ανάλυσης της ΕΕΤ, στο 11ο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών.
Όπως σημείωσε, η παραγωγικότητα στην Ελλάδα παραμένει χαμηλότερη σε σχέση με τους εμπορικούς εταίρους στην ΕΕ των 27. Ένας από τους βασικούς λόγους είναι ότι δεν έχουν ακόμη ανακτηθεί οι απώλειες στο κεφαλαιουχικό απόθεμα που καταγράφηκαν κατά την περίοδο της κρίσης χρέους. Παρά την αύξησή τους, οι επενδύσεις εξακολουθούν να υπολείπονται του μέσου όρου της ΕΕ των 20 ως ποσοστό του ΑΕΠ.
Ανάλογη εικόνα καταγράφεται και στις άμεσες ξένες επενδύσεις, οι οποίες αυξάνονται, αλλά παραμένουν σε μεγάλο βαθμό προσανατολισμένες σε εξαγορές και λιγότερο στη δημιουργία νέων παραγωγικών μονάδων, δηλαδή σε greenfield investment. Παράλληλα, το παραγωγικό υπόδειγμα της ελληνικής οικονομίας εξακολουθεί να κλίνει προς τομείς χαμηλότερης εξειδίκευσης και ανειδίκευτης εργασίας.
Σύμφωνα με τον κ. Αναστασάτο, οι διεθνείς οργανισμοί προβλέπουν επιβράδυνση της ανάπτυξης σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, λόγω της δημογραφικής γήρανσης, της ανεπαρκούς επένδυσης και της χαμηλής παραγωγικότητας. Υπό αυτό το πρίσμα, οι βασικοί στόχοι για τα επόμενα χρόνια θα πρέπει να είναι η αύξηση των επενδύσεων, άρα και της αποταμίευσης, με ταυτόχρονη διατήρηση ισορροπίας στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και στα δημόσια οικονομικά, ώστε να παραμείνει ισχυρή η εμπιστοσύνη των αγορών.
Παράλληλα, όπως τόνισε, απαιτείται μετατόπιση του παραγωγικού μοντέλου προς τομείς υψηλότερης γνώσης και τεχνολογίας, οι οποίοι δημιουργούν καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας και διαχέουν τεχνογνωσία και στους υπόλοιπους κλάδους της οικονομίας.
Κεντρικό εργαλείο για την επίτευξη αυτών των στόχων είναι οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, οι οποίες βελτιώνουν την παραγωγικότητα και καθιστούν τη χώρα πιο ελκυστικό επενδυτικό προορισμό. Ο κ. Αναστασάτος υπογράμμισε ότι η ανταγωνιστικότητα ως προς τις τιμές δεν αποτελεί πλέον το βασικό πρόβλημα, καθώς οι απώλειες των προηγούμενων ετών ανακτήθηκαν κατά τη διάρκεια της κρίσης χρέους.
Το πρόβλημα εντοπίζεται κυρίως στη διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα. Η Ελλάδα εξακολουθεί να υστερεί σε δείκτες που αφορούν την αποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης, την ποιότητα του ρυθμιστικού περιβάλλοντος, την πολυνομία και κακονομία, την ισχύ του νόμου και την ταχύτητα απονομής της δικαιοσύνης. Επειδή οι μεταρρυθμίσεις έχουν μακρύ χρόνο απόδοσης, ενώ βραχυπρόθεσμα θίγουν ομάδες που χάνουν οικονομικές προσόδους, απαιτείται πολιτική συναίνεση για να προχωρήσουν.
Υπό το φως των εξελίξεων στη Μέση Ανατολή, ιδιαίτερη σημασία αποκτούν και οι επενδύσεις που ενισχύουν την ενεργειακή ασφάλεια και την προσιτότητα της ενέργειας. Σύμφωνα με τον κ. Αναστασάτο, η Ελλάδα πρέπει να αξιοποιήσει αποτελεσματικότερα την αυξανόμενη γεωστρατηγική της αξία, εντασσόμενη βαθύτερα στις αλυσίδες αξίας των ανεπτυγμένων οικονομιών.
Η οικονομική πολιτική, όπως ανέφερε, οφείλει να στηρίξει τη μετάβαση στο νέο παραγωγικό υπόδειγμα με τα κατάλληλα κίνητρα, χωρίς να εγκαταλείψει τομείς στους οποίους η χώρα διαθέτει φυσικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.
Στο πλαίσιο αυτό, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα βρίσκεται σε ισχυρή θέση να στηρίξει την αναπτυξιακή διαδικασία μέσω πιστοδοτήσεων, καθώς διαθέτει υγιή θεμελιώδη μεγέθη, με χαμηλά μη εξυπηρετούμενα δάνεια, υψηλή ρευστότητα και ισχυρή κεφαλαιακή επάρκεια.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στο μέγεθος των ελληνικών επιχειρήσεων, το οποίο παραμένει μικρό σε σχέση με την ΕΕ των 27. Αυτό, όπως σημείωσε, λειτουργεί ως τροχοπέδη για την ανάπτυξη, καθώς οι πολύ μικρές επιχειρήσεις έχουν χαμηλότερη παραγωγικότητα ανά απασχολούμενο, εξάγουν λιγότερο και επενδύουν λιγότερο.
Σε αυτό το περιβάλλον, η αύξηση του μέσου μεγέθους και της τεχνολογικής επάρκειας των ελληνικών επιχειρήσεων, μέσω συνεργασιών, συγχωνεύσεων και εξαγορών, μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στην ανάπτυξη. Ωστόσο, όπως επισήμανε, οι συμφωνίες αυτές πρέπει να κατευθύνονται κυρίως σε τεχνολογικά προηγμένους τομείς, που δημιουργούν παραγωγικές επενδύσεις και διαχέουν γνώση στην οικονομία.
Αντίθετα, όταν οι εξαγορές αφορούν κυρίως εταιρείες που εξυπηρετούν την εγχώρια αγορά και διαθέτουν δεσπόζουσα θέση, οι θετικές επιδράσεις για τη συνολική ευημερία είναι περιορισμένες. Για τον λόγο αυτό, η οικονομική πολιτική μπορεί να ενισχύσει τους πιο επιθυμητούς τύπους συμφωνιών με φορολογικά και θεσμικά κίνητρα.































