Ο Topix, ο ευρύς δείκτης αναφοράς της ιαπωνικής αγοράς, έκλεισε την τελευταία συνεδρίαση του 2025 σε ιστορικό υψηλό για κλείσιμο έτους, ξεπερνώντας ακόμη και το επίπεδο που είχε καταγραφεί στο τέλος του 1989, στην κορύφωση της περιόδου της «φούσκας». Ο δείκτης ολοκλήρωσε τη χρονιά στις 3.408,97 μονάδες, υψηλότερα από τις 2.881,37 μονάδες του τέλους του 1989, καταγράφοντας ετήσια άνοδο 22% και τρίτη συνεχόμενη χρονιά κερδών.
Η διαδρομή μέσα στο 2025 δεν ήταν ευθύγραμμη. Τον Απρίλιο ο Topix δέχθηκε ισχυρή πίεση, στον απόηχο των δασμών “Liberation Day” που ανακοίνωσε ο Donald Trump, πριν ανακάμψει και περάσει σε νέο ιστορικό υψηλό τον Ιούλιο, καθώς περιορίστηκαν οι ανησυχίες για κλιμάκωση του εμπορικού πολέμου. Στήριξη έδωσε επίσης η εκτίμηση ότι οι ιαπωνικές μετοχές παραμένουν σχετικά υποτιμημένες έναντι των αγορών των ΗΠΑ και της Ευρώπης. Από εκεί και μετά, ο δείκτης συνέχισε να γράφει νέα υψηλά, ενισχυμένος από τις προσδοκίες για βελτίωση εταιρικών κερδών, το πολιτικό περιβάλλον υπό την κυβέρνηση Takaichi και τη διεθνή υπερβάλλουσα ρευστότητα.
Βέβαια, αξίζει να επισημάνουμε ότι το βασικό μήνυμα πίσω από το ρεκόρ δεν είναι μόνο το επίπεδο του δείκτη, αλλά το ότι η άνοδος δείχνει να αποκτά ευρύτερη βάση. Όπως εκτιμά ο Hideyuki Ishiguro (Nomura Asset Management), εντείνεται η «διόρθωση της υποτίμησης» καθώς αλλάζουν οικονομία, επιχειρήσεις και πολιτική, με αποτέλεσμα το ράλι να μην περιορίζεται στις μετοχές που συνδέονται με την AI. Η κίνηση επεκτείνεται σε χρηματοοικονομικούς τίτλους, όπως οι τράπεζες, αλλά και σε μετοχές εγχώριας ζήτησης, όπως κατασκευές και real estate, στοιχείο που συνήθως υποδηλώνει πιο «οριζόντια» συμμετοχή της αγοράς και όχι μια άνοδο που στηρίζεται σε λίγους πρωταγωνιστές.
Αυτό αποτυπώθηκε και στις μικρότερες κεφαλαιοποιήσεις: τα small caps και mid caps του Topix κινήθηκαν φέτος στο +27% και +26% αντίστοιχα, υπεραποδίδοντας έναντι των large caps, που κατέγραψαν άνοδο 21%. Σε πρακτικούς όρους, όταν «ανοίγει» το ενδιαφέρον προς μικρότερες κεφαλαιοποιήσεις και σε περισσότερους κλάδους, η αγορά αποκτά διαφορετική ποιότητα ανοδικού κύκλου: οι αποδόσεις δεν εξαρτώνται τόσο από έναν στενό πυρήνα τίτλων, αλλά διαχέονται σε μεγαλύτερο εύρος.
Παράλληλα, ο Nikkei 225 έκλεισε στις 50.339,48 μονάδες, επίσης σε ιστορικό υψηλό κλεισίματος έτους για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά. Η ετήσια άνοδος του Nikkei διαμορφώθηκε στο 26%, ξεπερνώντας τον Topix για τρίτη διαδοχική χρονιά, καθώς η επίδοσή του επηρεάζεται περισσότερο από τη βαρύτητα συγκεκριμένων μεγάλων τίτλων. Με άλλα λόγια, ενώ το παγκόσμιο AI-rally λειτούργησε ως ούριος άνεμος -ιδίως για τον Nikkei- το τελευταίο διάστημα η ανθεκτικότητα του Topix άρχισε να ξεχωρίζει, ακριβώς επειδή η άνοδος δεν στηρίζεται αποκλειστικά σε ένα στενό «theme».
Κοιτώντας μπροστά, το σενάριο που περιγράφεται για το 2026 είναι ότι ο Topix μπορεί να υπεραποδώσει έναντι του Nikkei, εφόσον η προγραμματισμένη αναθεώρηση του Corporate Governance Code ωθήσει τις εταιρείες να αξιοποιήσουν τα ταμειακά τους διαθέσιμα πιο ενεργά. Η λογική είναι ότι μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε να βελτιώσει περαιτέρω δείκτες αποτίμησης όπως το price-to-book και να στηρίξει αγορές σε ακόμη ευρύτερο φάσμα μετοχών, δηλαδή να ενισχύσει το “breadth” που ήδη φαίνεται να χτίζεται.
Το σημείο-κλειδί για τη συνέχεια, από πλευράς ρίσκου, είναι ότι το σοκ του Απριλίου υπενθυμίζει πόσο γρήγορα μπορεί να αλλάξει το κλίμα όταν η εμπορική πολιτική των ΗΠΑ γίνεται καταλύτης μεταβλητότητας. Άρα, ακόμη κι αν το βασικό αφήγημα παραμένει θετικό (κερδοφορία, «re-rating», εταιρική διακυβέρνηση), οι αγορές στην Ιαπωνία μπαίνουν στο 2026 με έναν πολύ συγκεκριμένο εξωτερικό παράγοντα που μπορεί να ξαναγράψει τους ρυθμούς: τις εξελίξεις στο μέτωπο δασμών και εμπορικών εντάσεων.































