Η συζήτηση για τη σχέση σπουδών και αγοράς εργασίας αναζωπυρώνεται τα τελευταία χρόνια, σε μια περίοδο που οι νέοι πτυχιούχοι δυσκολεύονται να βρουν σταθερή επαγγελματική διέξοδο.
Η νέα έκθεση του ΟΟΣΑ Education at a Glance έρχεται να φωτίσει τις ανισορροπίες που παρατηρούνται μεταξύ διαφορετικών πεδίων σπουδών, αποκαλύπτοντας ότι ο δρόμος προς την απασχόληση δεν είναι ίδιος για όλους. Αν και η τριτοβάθμια εκπαίδευση βελτιώνει γενικά τις προοπτικές, το αντικείμενο σπουδών φαίνεται να καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τις πιθανότητες ένταξης στην αγορά εργασίας.
Σε επίπεδο ΟΟΣΑ, οι απόφοιτοι πληροφορικής καταγράφουν το υψηλότερο ποσοστό απασχόλησης (90%), με τους μηχανικούς και τους αποφοίτους βιομηχανίας και κατασκευών να ακολουθούν πολύ κοντά (89%). Στον αντίποδα, οι ανθρωπιστικές σπουδές, οι κοινωνικές επιστήμες και η δημοσιογραφία εμφανίζουν χαμηλότερα ποσοστά (84%), στοιχείο που αποτυπώνει μια σταθερή διεθνή τάση. Τα δεδομένα καλύπτουν ενηλίκους 25 έως 64 ετών, δηλαδή ενεργά εργαζόμενους και όχι μόνο πρόσφατους αποφοίτους.
Η ελληνική ιδιαιτερότητα
Η Ελλάδα διαφοροποιείται αισθητά από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, καταγράφοντας υψηλότερα ποσοστά ανεργίας σε όλους σχεδόν τους κλάδους. Σύμφωνα με τα στοιχεία που συγκέντρωσε η Statista από την έκθεση του ΟΟΣΑ, το 2024 η εικόνα είχε ως εξής:
-
Οι πτυχιούχοι υγείας και πρόνοιας κατέγραψαν ανεργία 10%, το διπλάσιο του μέσου όρου του ΟΟΣΑ (5%). Το εύρημα αυτό προκαλεί εντύπωση, καθώς διεθνώς οι επαγγελματίες υγείας θεωρούνται από τους πιο περιζήτητους. Στην Ελλάδα όμως, η υποχρηματοδότηση του ΕΣΥ και η περιορισμένη δημιουργία νέων θέσεων φαίνεται να δημιουργούν κενό στην απορρόφηση.
-
Στις ανθρωπιστικές επιστήμες, τις κοινωνικές επιστήμες και τη δημοσιογραφία, η ανεργία βρίσκεται στο 5%, πάνω από τον μέσο όρο του 3% για τον ΟΟΣΑ. Παρότι η διαφορά δεν μοιάζει τεράστια, ενισχύει την εικόνα μιας αγοράς με περιορισμένη ζήτηση για θεωρητικά πτυχία.
-
Οι απόφοιτοι διοίκησης επιχειρήσεων, οικονομικών και νομικής βρίσκονται επίσης σε δυσχερή θέση, με ανεργία 6%, έναντι 4% στο σύνολο του ΟΟΣΑ. Αυτό δείχνει ότι ακόμη και οι πιο «παραδοσιακές» επιλογές σπουδών, που θεωρούνται ασφαλείς σε πολλές χώρες, δεν εγγυώνται απασχόληση στην Ελλάδα.
-
Ακόμη και οι απόφοιτοι STEM –δηλαδή θετικών και τεχνολογικών επιστημών, που διεθνώς έχουν τη μεγαλύτερη ζήτηση– αντιμετωπίζουν στην Ελλάδα ποσοστά ανεργίας 6%, υψηλότερα από τον μέσο όρο του 4%. Το εύρημα αυτό είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό, καθώς δείχνει ότι η ελληνική οικονομία δεν καταφέρνει να αξιοποιήσει επαρκώς το ανθρώπινο κεφάλαιο σε τομείς που διεθνώς αποτελούν μοχλό ανάπτυξης.
Συγκρίσεις με το εξωτερικό
Η αντίθεση με άλλες χώρες είναι εμφανής. Στη Γερμανία, το Ηνωμένο Βασίλειο ή την Αυστραλία, η ανεργία σπάνια ξεπερνά το 3% για τους περισσότερους κλάδους σπουδών. Στον Καναδά και τη Γαλλία, παρά τις διαφοροποιήσεις, τα ποσοστά παραμένουν σημαντικά χαμηλότερα από τα ελληνικά. Η Ελλάδα εμφανίζεται έτσι ως η χώρα με το πιο «βαρύ» πρόβλημα ανεργίας πτυχιούχων ανάμεσα σε αυτές που εξετάζονται στο γράφημα.
Τι σημαίνει αυτό για τους νέους αποφοίτους
Τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώνουν ότι οι επιλογές σπουδών στην Ελλάδα δεν αρκούν από μόνες τους για να διασφαλίσουν απασχόληση, ακόμη και σε τομείς όπου διεθνώς η ζήτηση είναι υψηλή. Η απόσταση μεταξύ εκπαίδευσης και αγοράς παραμένει μεγάλη, με αποτέλεσμα νέοι επιστήμονες να βρίσκονται είτε σε καθεστώς υποαπασχόλησης είτε να αναζητούν καλύτερες ευκαιρίες στο εξωτερικό.
Η έκθεση του ΟΟΣΑ υπογραμμίζει ότι, πέρα από τη συνολική αξία της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στη βελτίωση των επαγγελματικών προοπτικών, είναι κρίσιμη η ενίσχυση της πρόσβασης σε σπουδές για άτομα από πιο αδύναμα κοινωνικοοικονομικά στρώματα. Για την Ελλάδα, όμως, το ζητούμενο δεν είναι μόνο η πρόσβαση, αλλά και η αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού, με καλύτερη σύνδεση πανεπιστημίων και επιχειρήσεων, επενδύσεις στην καινοτομία και στοχευμένες πολιτικές απασχόλησης.
Τέλος, όπως όλα δείχνουν, η Ελλάδα εξακολουθεί να υστερεί σε σχέση με τον διεθνή μέσο όρο, επιβεβαιώνοντας την αδυναμία της να απορροφήσει πτυχιούχους σε κρίσιμους τομείς. Ενώ άλλες χώρες δείχνουν ότι η εκπαίδευση μπορεί να αποτελεί αποτελεσματικό «εισιτήριο» προς την εργασία, στην Ελλάδα η μετάβαση αυτή παραμένει προβληματική. Το στοίχημα για τα επόμενα χρόνια είναι αν η ελληνική οικονομία θα μπορέσει να δημιουργήσει περισσότερες θέσεις εργασίας υψηλής εξειδίκευσης, ώστε να αντιστραφεί το φαινόμενο της «διαρροής εγκεφάλων» και να αξιοποιηθεί καλύτερα το δυναμικό των νέων αποφοίτων.
You will find more infographics at Statista































