Σημαντικό κενό ασφαλείας στην ευρωπαϊκή άμυνα και δυναμική επιτάχυνσης των προγραμμάτων δημιουργεί η διττή απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να αποσύρει 5,000 στρατιώτες από τη Γερμανία να μην αποστείλει μια ταξιαρχία με εύρος όπλων μεγάλου βεληνεκούς.
Η Ευρώπη γνώριζε ήδη ότι έπρεπε να αναπτύξει δικά της συστήματα πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς. Η ανακοίνωση του Πενταγώνου την Παρασκευή ότι δεν θα αποστείλει τελικά ένα τάγμα που θα έφερνε αυτά τα κρίσιμα όπλα ως προσωρινή λύση κατέστησε αυτή την ανάγκη ακόμη πιο επείγουσα.
Η σύγκρουση του Φρίντριχ Μερτς με τον Ντόναλντ Τραμπ όμως, σχετικά με τον πόλεμο στο Ιράν φαίνεται ότι έδρασε ως επιταχυντής, οδηγώντας την Ουάσιγκτον να ακυρώσει την ανάπτυξη αμερικανικού αποσπάσματος εξοπλισμένου με διάφορους τύπους όπλων μεγάλου βεληνεκούς.
Η εγκατάλειψη του σχεδίου, που ανακοινώθηκε ταυτόχρονα με την απόφαση των ΗΠΑ να αποσύρουν 5.000 στρατιώτες από τη Γερμανία, αφήνει την ευρωπαϊκή ήπειρο με ένα εμφανές κενό ασφάλειας — ένα κενό που, σύμφωνα με αναλυτές, θα γίνει δεκτό με ικανοποίηση στη Μόσχα.
Το σχέδιο ανάπτυξης, που είχε καταρτιστεί επί προεδρίας Μπάιντεν και επρόκειτο να υλοποιηθεί εντός του έτους στη Γερμανία, στόχευε στην ενίσχυση της αποτρεπτικής ισχύος του ΝΑΤΟ έναντι της Ρωσίας, ενώ έξι ευρωπαϊκές χώρες εργάζονταν για την ανάπτυξη δικών τους συστημάτων.
Η απόφαση των ΗΠΑ -αν μη τι άλλο- υπονομεύει το NATO και δίνει νέο διαπραγματευτικό πλεονέκτημα στον Βλάντιμιρ Πούτιν, ενώ αναγκάζει τους Ευρωπαίους να επιταχύνουν τα εξοπλιστικά και την ενίσχυση των στατευμάτων τους.
Οι πύραυλοι μεγάλου βεληνεκούς, γνωστοί ως δυνατότητες βαθέως πλήγματος ακριβείας (deep precision strike – DPS), αποτελούν ένα από τα κρίσιμα οπλικά συστήματα που οι ευρωπαϊκές χώρες καλούνται να αναπτύξουν αυτόνομα, μετά από δεκαετίες εξάρτησης από τις ΗΠΑ.
Το Πεντάγωνο έχει επίσης αρνηθεί να παράσχει στο ΝΑΤΟ λεπτομερές χρονοδιάγραμμα για τις προγραμματισμένες αποσύρσεις άλλων κρίσιμων συστημάτων από την Ευρώπη, όπως πλατφόρμες αντιαεροπορικής και αντιπυραυλικής άμυνας, στρατηγικές δυνατότητες αερομεταφοράς και δορυφορική συλλογή πληροφοριών, προκαλώντας ανησυχία στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες που πρέπει να καθορίσουν προτεραιότητες επενδύσεων, σύμφωνα με αξιωματούχους άμυνας.
Εάν ο Τραμπ αποσύρει και άλλες δυνατότητες αποσπασματικά, θα μπορούσαν να δημιουργηθούν μεγάλα και επικίνδυνα κενά στην ασφάλεια της Ευρώπης για χρόνια, όσο οι κυβερνήσεις προσπαθούν να αναπτύξουν, να δοκιμάσουν και να αναπτύξουν εγχώριες εναλλακτικές, σημείωσαν οι αξιωματούχοι.
Το τέλος της αμερικανικής συνέπειας και συνέχειας
Το σχέδιο για την προσωρινή ανάπτυξη αμερικανικού τάγματος εξοπλισμένου με πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς στη Γερμανία ανάγεται σε μια προσεκτικά συντονισμένη ανακοίνωση κατά τη σύνοδο του ΝΑΤΟ στην Ουάσιγκτον το 2024.
Ο τότε πρόεδρος Τζο Μπάιντεν και ο Γερμανός καγκελάριος Όλαφ Σολτς είχαν δηλώσει ότι η αποστολή στρατευμάτων — εξοπλισμένων με πυραύλους cruise Tomahawk με εμβέλεια άνω των 1.500 χιλιομέτρων, βαλλιστικούς πυραύλους SM-6 και ένα νέο υπερηχητικό όπλο μεγάλου βεληνεκούς με την ονομασία Dark Eagle — θα «αποδείκνυε τη δέσμευση των Ηνωμένων Πολιτειών στο ΝΑΤΟ και τη συμβολή τους στην ευρωπαϊκή ολοκληρωμένη αποτροπή».
Την επόμενη ημέρα, η Γερμανία, η Γαλλία, η Πολωνία, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ιταλία ανακοίνωσαν την πρόθεσή τους να συνεργαστούν για την ανάπτυξη ενός φάσματος πυραύλων cruise και βαλλιστικών πυραύλων μεσαίου και μεγάλου βεληνεκούς στο πλαίσιο προγράμματος με την ονομασία ELSA. Αργότερα προσχώρησε και η Σουηδία.
Η απόφαση να τοποθετηθούν αμερικανικά όπλα μεγάλου βεληνεκούς σε γερμανικό έδαφος για πρώτη φορά μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου ήταν ιδιαίτερα ευαίσθητη για τον Σολτς, ο οποίος κατά τη διάρκεια της θητείας του ήταν ιδιαίτερα προσεκτικός σε οτιδήποτε θα μπορούσε να εκληφθεί στη Μόσχα ως κλιμάκωση.
Μηνύματα στον Πούτιν
Ο πρόεδρος της Ρωσίας Βλαντιμίρ Πούτιν, ο οποίος την περασμένη εβδομάδα είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Τραμπ, είχε αντιταχθεί έντονα στο σχέδιο της περιόδου Μπάιντεν. Το είχε χαρακτηρίσει πρόκληση που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση πυραύλων αντίστοιχη με εκείνη του Ψυχρού Πολέμου.
Οι ΗΠΑ και η Γερμανία παρουσίασαν την κίνηση ως απάντηση στην απόφαση του Πούτιν να αναπτύξει πυραύλους Iskander με δυνατότητα πυρηνικής κεφαλής, καθώς και μαχητικά αεροσκάφη εξοπλισμένα με υπερηχητικούς πυραύλους Kinzhal, στον θύλακα του Καλίνινγκραντ στη Βαλτική Θάλασσα, θέτοντας το Βερολίνο εντός εμβέλειας.
Αξιωματούχοι ανέφεραν ότι στόχος ήταν να καταδειχθεί σε έναν πιθανό επιτιθέμενο ότι, σε περίπτωση επίθεσης σε πόλεις της δυτικής Ευρώπης, οι δικές του διοικητικές εγκαταστάσεις, αεροδρόμια και βάσεις εκτόξευσης πυραύλων δεν θα ήταν ασφαλείς από αντίποινα.
Η Ουάσιγκτον και το Βερολίνο παρουσίασαν επίσης την πρωτοβουλία ως «γέφυρα» έως ότου οι ευρωπαϊκές χώρες αποκτήσουν δικές τους δυνατότητες βαθιάς πλήγματος ακριβείας, τις οποίες θα μπορούν να χρησιμοποιούν χωρίς την έγκριση των ΗΠΑ.
Πολιτική διαχείριση αποτρεπτικού ελλείμματος
Γερμανοί αξιωματούχοι επιχείρησαν να υποβαθμίσουν τη σημασία της ανακοίνωσης της Παρασκευής που θέτει σε κίνδυνο τη στρατηγική αυτή, σημειώνοντας ότι ήταν ήδη σαφές εδώ και καιρό πως η ανάπτυξη αντιμετώπιζε κινδύνους, καθώς οι ΗΠΑ εμφανίζουν αυξανόμενη αμφιθυμία απέναντι στην Ευρώπη. Ο πόλεμος στο Ιράν έχει επίσης επιβαρύνει σημαντικά τα αμερικανικά αποθέματα πυραύλων.
Σε συνέντευξή του την Κυριακή το βράδυ, ο Μερτς δήλωσε ότι «οι ίδιοι οι Αμερικανοί δεν διαθέτουν αυτή τη στιγμή επαρκή αριθμό» πυραύλων, προσθέτοντας ότι «υπάρχει ελάχιστο περιθώριο» για αποστολή τους στη Γερμανία.
Ωστόσο, ο Γερμανός καγκελάριος άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο μελλοντικής αποστολής, επισημαίνοντας ότι «το τρένο δεν έχει φύγει από τον σταθμό».
Γερμανοί αξιωματούχοι ανέφεραν ότι οι ηγέτες του ΝΑΤΟ θα συζητήσουν τρόπους αποφυγής των κενών ασφάλειας κατά την ετήσια σύνοδο της Συμμαχίας στην Άγκυρα τον Ιούλιο.
Οι επιπτώσεις της απόφασης του Τραμπ είναι ευρείες. «Δεν αφορά μόνο τη Γερμανία — πρέπει να αξιολογηθεί ως προς την επίδρασή της στην αποτροπή και την άμυνα του ΝΑΤΟ», δήλωσε δυτικός στρατιωτικός αξιωματούχος.
Defence Tech
Οι ευρωπαϊκές χώρες αναπτύσσουν διάφορα χερσαία συστήματα πυραύλων cruise, καθώς και περιορισμένο αριθμό προγραμμάτων για βαλλιστικούς πυραύλους. Πολλά από αυτά τα έργα βρίσκονται ακόμη σε πρώιμα στάδια σχεδιασμού και ανάπτυξης.
Σε αυτά περιλαμβάνεται και το βρετανο-γερμανικό σχέδιο του 2024 για την από κοινού ανάπτυξη δυνατοτήτων βαθέως πλήγματος με εμβέλεια άνω των 2.000 χιλιομέτρων «εντός δεκαετίας». Δύο χρόνια μετά, δεν έχει ακόμη συναφθεί βιομηχανική σύμβαση.
Το Βερολίνο υπέβαλε το 2025 επίσημο αίτημα στις ΗΠΑ για την αγορά πυραύλων Tomahawk και συστημάτων εκτόξευσης Typhon, επιδιώκοντας μια προσωρινή λύση, ωστόσο οι χρόνοι παράδοσης είναι μεγάλοι. Το γερμανικό υπουργείο Άμυνας δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει την Κυριακή αν έχει υπογραφεί σχετική σύμβαση.
