Μια ακόμη εγγενώς αντιφατική ομιλία εκφώνησε ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ στο διάγγελμα που εκφώνησε τα ξημερώματα της Πέμπτης ώρα Ελλάδος, διαμηνύοντας ότι το τέλος του πολέμου στο Ιράν είναι κοντά, αλλά αφήνοντας ταυτόχρονα ανοιχτό το ενδεχόμενο για κλιμάκωση και πλήγματα στις ενεργειακές εγκαστάσεις.
Η ομιλία του προέδρου των ΗΠΑ αποδεικνύει -για ακόμη μια φορά- ότι επιχειρεί αδυνατεί να συγχρονίσει το παγκόσμιο με το εσωτερικό του αποτύπωμα και ότι δεν ελέγχει ο ίδιος το μέτωπο στο Ιράν αλλά σύρεται από το Ισραήλ και πλέον δεν μπορεί να πειθαναγκάσει το ιρανικό καθεστώς.
Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι ο πόλεμος στο Ιράν είναι «πολύ κοντά» στην ολοκλήρωσή του, ενώ ταυτόχρονα ανέφερε ότι οι ΗΠΑ σχεδιάζουν να εξαπολύσουν νέες επιθέσεις στη χώρα μέσα στις επόμενες δύο έως τρεις εβδομάδες.
Σε μια σπάνια τηλεοπτική ομιλία σε ώρα υψηλής τηλεθέασης την Τετάρτη, ο Τραμπ παρουσίασε τον πόλεμο ως επιτυχία, υποστηρίζοντας ότι η επιχείρηση έχει σχεδόν επιτύχει τους στρατιωτικούς της στόχους, συμπεριλαμβανομένης της καταστροφής των ιρανικών βαλλιστικών πυραύλων και drones, της αεροπορίας, του ναυτικού και της βιομηχανικής βάσης. Δήλωσε ότι τα βήματα αυτά θα αποτρέψουν τους συμμάχους της Τεχεράνης από το να αποσταθεροποιήσουν την περιοχή και θα διακόψουν την πορεία της χώρας προς την απόκτηση πυρηνικών όπλων.
«Απόψε είμαι στην ευχάριστη θέση να πω ότι αυτοί οι βασικοί στρατηγικοί στόχοι πλησιάζουν στην ολοκλήρωσή τους», δήλωσε ο Τραμπ από τον Λευκό Οίκο σε ομιλία περίπου 20 λεπτών. «Θα ολοκληρώσουμε την αποστολή και θα το κάνουμε πολύ γρήγορα, πλησιάζουμε πολύ».
Η ομιλία επιβεβαιώνει την γενικευμένη πεποίθηση ότι ο Ντόναλντ Τραμπ αναζητά διέξοδο από μια σύγκρουση που έχει γρήγορα ξεφύγει από τον έλεγχο.
Ο Τραμπ προσπάθησε να πετύχει τρεις στόχους: Να καθησυχάσει την εσωτερική κοινή γνώμη ότι η εμπλοκή των ΗΠΑ παραμένει περιορισμένη και ελεγχόμενη, παράλληλα να ανακτήσει τον έλεγχο των αγορών, πείθοντας ότι η εμπλοκή θα είναι σύντομη, ώστε να αποκλιμάκώσει τις τιμές και εν τέλει να πιέσει την Τεχεράνη να αποδεχθεί συμφωνία υπό την απειλή περαιτέρω κλιμάκωσης.
Όπως συμβαίνει -συνήθως- σε τέτοιες περιπτώσεις οι αγορές και η παγκόσμια κοινή γνώμη ακούει το πιο ανησυχητικό μήνυμα πιο δυνατά. Όπερ σημαίνει ότι η επίγευση της ομιλίας που μένει είναι αυτή για την κλιμάκωση, οδηγώντας σε άνοδο του πετρελαίου και πιέσεις στις μετοχές.
Ετσι, αντί να ανακτήσει τον έλεγχο των αγορών, ο Τραμπ ενέτεινε το κλίμα δυσπιστίας γύρω από το πρόσωπό του, ενίσχυσε το ειδικό βάρος της Τεχεράνης και συνδυαστικά επιβεβαίωσε ότι δεν ελέγχει τη δυναμική των εξελίξεων.
Οι αποδόσεις των αμερικανικών ομολόγων αυξήθηκαν και το δολάριο ενισχύθηκε, καθώς οι δηλώσεις του Τραμπ οδήγησαν σε άνοδο των τιμών του πετρελαίου. Τα futures των αμερικανικών μετοχών υποχώρησαν.
Διπλωματία με το όπλο πάνω στο τραπέζι
Ο Τραμπ δήλωσε ότι οι στρατιωτικές επιχειρήσεις ενδέχεται να κλιμακωθούν σύντομα, αναφέροντας ότι «τις επόμενες δύο έως τρεις εβδομάδες θα τους γυρίσουμε στη λίθινη εποχή, εκεί που ανήκουν».
Υπονόησε ότι η διπλωματία θα συνεχιστεί, προσθέτοντας: «στο μεταξύ, οι συζητήσεις συνεχίζονται». Προειδοποίησε όμως ότι, εάν δεν υπάρξει συμφωνία, οι ΗΠΑ θα «πλήξουν πολύ σκληρά και πιθανότατα ταυτόχρονα κάθε μία από τις μονάδες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας τους».
Ο Rodrigo Catril, στρατηγικός αναλυτής νομισμάτων στην National Australia Bank Ltd., δήλωσε ότι η στρατηγική κλιμάκωσης με στόχο την αποκλιμάκωση που ακολουθεί ο Τραμπ «δεν είναι χωρίς ρίσκο».
«Η αγορά φαίνεται να εστιάζει στην ιδέα ότι ο πόλεμος δεν έχει τελειώσει, οι ΗΠΑ επιδιώκουν κλιμάκωση και ελπίζουν ότι αυτό θα αναγκάσει το Ιράν να καταλήξει σε συμφωνία», δήλωσε ο Catril.
Η στρατηγική του Ιράν
Πριν από το διάγγελμα του Τραμπ, ο πρόεδρος του Ιράν Μασούντ Πεζεσκιάν προχώρησε σε μια ασυνήθιστη κίνηση, δημοσιοποιώντας επιστολή προς τους Αμερικανούς, στην οποία υποστήριξε ότι η χώρα του δεν τρέφει εχθρότητα προς τις ΗΠΑ. Προειδοποίησε ότι «η συνέχιση της πορείας της αντιπαράθεσης είναι πιο δαπανηρή και πιο μάταιη από ποτέ» και ανέφερε ότι οι επιθέσεις σε υποδομές — συμπεριλαμβανομένων ενεργειακών και βιομηχανικών εγκαταστάσεων — στοχεύουν άμεσα τον ιρανικό λαό.
Τα Στενά του Ορμούζ, κρίσιμη θαλάσσια οδός για το ένα πέμπτο του θαλάσσιου εμπορίου πετρελαίου, έχουν παραμείνει σε μεγάλο βαθμό κλειστά από την έναρξη των εχθροπραξιών, δημιουργώντας σημαντική οικονομική πίεση. Η κατάσταση στα στενά διατηρεί τους επενδυτές σε επιφυλακή, με το Brent — το διεθνές σημείο αναφοράς — να έχει αυξηθεί περίπου κατά 60% από την έναρξη του πολέμου και τη βενζίνη στις ΗΠΑ να ξεπερνά τα 4 δολάρια ανά γαλόνι.
Ο Τραμπ έχει επιμείνει ότι οι ενεργειακές πιέσεις θα υποχωρήσουν μετά το τέλος του πολέμου, ωστόσο δεν παρουσίασε συγκεκριμένο σχέδιο για το πώς οι ΗΠΑ θα πείσουν το Ιράν να επιτρέψει την επανέναρξη της ναυσιπλοΐας στα στενά. Κάλεσε τους συμμάχους που εξαρτώνται από τις προμήθειες πετρελαίου της Μέσης Ανατολής να «φροντίσουν αυτό το πέρασμα».
«Πρέπει να το αναλάβουν και να το διαφυλάξουν», δήλωσε.
Πολιτικοί κίνδυνοι
Η απόφαση του Τραμπ να απευθυνθεί στο έθνος αναδεικνύει την αυξανόμενη πίεση που αντιμετωπίζει να αποσαφηνίσει τους πολεμικούς του στόχους προς την αμερικανική κοινή γνώμη.
Σε ορισμένα σημεία, η ομιλία έμοιαζε με εκείνες που εκφωνούν συνήθως οι πρόεδροι στην αρχή μιας σύγκρουσης, και όχι έναν μήνα μετά. Ξεκίνησε αναφέροντας ότι επιθυμεί να «εξηγήσει γιατί η Επιχείρηση Epic Fury είναι απαραίτητη για την ασφάλεια της Αμερικής και του ελεύθερου κόσμου».
Μια παρατεταμένη σύγκρουση ενέχει πολιτικούς κινδύνους για τον Τραμπ και το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου για τον έλεγχο του Κογκρέσου. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι σημαντικό ποσοστό Αμερικανών ήδη αποδοκιμάζει τη σύγκρουση με το Ιράν, γεγονός που προσθέτει πίεση στους Ρεπουμπλικανούς, οι οποίοι ήδη δυσκολεύονται να αντιστρέψουν την αρνητική εικόνα των ψηφοφόρων για την οικονομική πολιτική του Τραμπ. Ο πόλεμος ενδέχεται να εντείνει τις ανησυχίες για το αυξημένο κόστος ζωής.
Μηνύματα στους ψηφοφόρους
Ο Τραμπ κάλεσε τους Αμερικανούς να επιδείξουν υπομονή και να «διατηρήσουν τη σύγκρουση σε σωστή προοπτική», επισημαίνοντας ότι η εμπλοκή των ΗΠΑ στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στον πόλεμο της Κορέας, στον πόλεμο του Βιετνάμ και στον πόλεμο στο Ιράκ διήρκεσε χρόνια, ενώ η σύγκρουση με το Ιράν έχει διαρκέσει μόλις 32 ημέρες.
Ο πρόεδρος εξέφρασε επίσης τη θλίψη του για τον θάνατο 13 Αμερικανών στρατιωτών στη σύγκρουση, επισημαίνοντας ότι οι απώλειες αυτές ενίσχυσαν την αποφασιστικότητά του να συνεχίσει μέχρι την επίτευξη των στόχων του.
Αντιφάσεις
Ο Τραμπ και οι σύμβουλοί του έχουν στείλει αντιφατικά μηνύματα σχετικά με τον πόλεμο από την έναρξή του.
Έχει δηλώσει ότι ο πόλεμος θα τελειώσει γρήγορα, ενώ παράλληλα προχωρά σε νέες απειλές κατά του Ιράν. Έχει επίσης αναφέρει ότι είναι ανοιχτός σε συμφωνία με την Ισλαμική Δημοκρατία, ενώ ταυτόχρονα υποστηρίζει ότι δεν είναι απαραίτητη για τον τερματισμό του πολέμου.
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ έχει διατυπώσει αντικρουόμενες θέσεις και για τους συμμάχους των ΗΠΑ, δηλώνοντας αφενός ότι η Ουάσιγκτον δεν χρειάζεται τη βοήθειά τους και αφετέρου επικρίνοντάς τους επειδή δεν παρεμβαίνουν. Στην αρχή της σύγκρουσης, είχε αναφέρει ότι επιθυμεί αλλαγή καθεστώτος και ρόλο στην επιλογή της νέας ηγεσίας του Ιράν, ενώ στη συνέχεια υποστήριξε ότι η αλλαγή καθεστώτος είχε ήδη επέλθει μετά τα πλήγματα που εξόντωσαν κορυφαίους στρατιωτικούς και πολιτικούς αξιωματούχους.
Οι πολιτικές κατευθύνσεις και η θεολογία του ιρανικού καθεστώτος παραμένουν αμετάβλητες.































