Δεκατέσσερις ημέρες μετά την έναρξη της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, οι χρηματοπιστωτικές αγορές και οι αναλυτές αρχίζουν να επαναξιολογούν ποιος πραγματικά καθορίζει τη δυναμική του πολέμου. Παρά την επιθετική ρητορική του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, η συμπεριφορά των αγορών δείχνει ότι το ειδικό βάρος των δηλώσεών του μειώνεται, καθώς οι επενδυτές θεωρούν ότι ο έλεγχος του μετώπου δεν βρίσκεται αποκλειστικά στην Ουάσιγκτον.
Οι αγορές στρέφουν πλέον την προσοχή τους περισσότερο στις στρατηγικές κινήσεις του ανώτατου ηγέτη του Ιράν Αλί Χαμενεΐ και του πρωθυπουργού του Ισραήλ Μπενιαμίν Νετανιάχου, εκτιμώντας ότι οι δύο αυτοί πόλοι καθορίζουν σε μεγαλύτερο βαθμό την εξέλιξη της σύγκρουσης. Η μετατόπιση αυτή αποτυπώνεται στη διαμόρφωση των τιμών ενέργειας, στη συμπεριφορά των ομολόγων και στη γενικευμένη αποτίμηση ότι η σύγκρουση θα έχει μεγαλύτερη διάρκεια.
Την ίδια στιγμή, η Ουάσιγκτον εμφανίζεται να ακολουθεί μια διττή στρατηγική: σε επίπεδο ρητορικής ο Τραμπ κλιμακώνει τις προειδοποιήσεις προς την Τεχεράνη, ενώ σε επίπεδο πρακτικής πολιτικής προχωρά σε κινήσεις που στόχο έχουν να αποτρέψουν ενεργειακό σοκ, όπως η χαλάρωση περιορισμών για την πώληση ρωσικού πετρελαίου που παραμένει εγκλωβισμένο στη θάλασσα.
Τις πρώτες ώρες της Παρασκευής ο Τραμπ κλιμάκωσε τη δημόσια πίεση προς το ιρανικό καθεστώς, δηλώνοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν «άφθονο χρόνο» και ότι «καταστρέφουν ολοκληρωτικά» το καθεστώς της Τεχεράνης «στρατιωτικά, οικονομικά και με κάθε άλλο τρόπο». Η δήλωση συνοδεύεται από συνεχιζόμενες αεροπορικές επιδρομές σε ιρανικές πόλεις και αυξημένη στρατιωτική δραστηριότητα σε ολόκληρη την περιοχή.
Την ίδια στιγμή η αμερικανική κυβέρνηση ανακοίνωσε μια σημαντική κίνηση στον ενεργειακό τομέα, επιτρέποντας σε χώρες να αγοράζουν ρωσικό πετρέλαιο που παραμένει εγκλωβισμένο σε δεξαμενόπλοια στη θάλασσα. Η απόφαση αυτή αποσκοπεί στον περιορισμό της ανόδου των τιμών του πετρελαίου και αναδεικνύει τη διπλή στρατηγική της Ουάσιγκτον: αυστηρή πίεση στο Ιράν σε επίπεδο στρατιωτικό και πολιτικό, αλλά ταυτόχρονα μέτρα για την αποφυγή ενεργειακού σοκ στις παγκόσμιες αγορές.
Το όριο των δύο εβδομάδων
Η σύγκρουση έχει πλέον φτάσει στη 14η ημέρα της, ένα χρονικό σημείο που πολλοί στρατηγικοί αναλυτές θεωρούν κρίσιμο όριο για τις σύγχρονες πολεμικές συγκρούσεις.
Σε αρκετές περιπτώσεις, πολεμικές επιχειρήσεις μικρής διάρκειας ολοκληρώνονται εντός των πρώτων δύο εβδομάδων είτε μέσω πολιτικής διευθέτησης είτε μέσω στρατιωτικής επικράτησης μιας πλευράς. Όταν οι συγκρούσεις ξεπερνούν αυτό το χρονικό όριο, αυξάνεται σημαντικά η πιθανότητα οι συνέπειες να αποκτήσουν πιο μόνιμο χαρακτήρα.
Καθώς ο πόλεμος εισέρχεται στην τρίτη εβδομάδα, κυβερνήσεις και θεσμοί αρχίζουν να προσαρμόζουν τις πολιτικές τους, λαμβάνοντας υπόψη την πιθανότητα μιας πιο παρατεταμένης κρίσης. Η αλλαγή αυτή αντανακλάται ήδη σε ενεργειακές αποφάσεις, σε κινήσεις των αγορών και σε στρατιωτικό σχεδιασμό για τη διασφάλιση των θαλάσσιων μεταφορών.
Ο αμερικανός υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ ζήτησε τη συγκρότηση διεθνούς ναυτικής δύναμης που θα συνοδεύει δεξαμενόπλοια μέσω των Στενών του Ορμούζ «το συντομότερο δυνατόν μόλις αυτό καταστεί στρατιωτικά εφικτό», ένδειξη ότι η Ουάσιγκτον προετοιμάζεται για μακρότερη περίοδο αστάθειας σε έναν από τους σημαντικότερους ενεργειακούς διαδρόμους του κόσμου.
Κλιμάκωση της ρητορικής Τραμπ προς την Τεχεράνη
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ κλιμάκωσε αισθητά τη δημόσια ρητορική του προς το Ιράν, στέλνοντας μήνυμα ότι η Ουάσιγκτον δεν λειτουργεί με περιορισμένο χρονικό ορίζοντα.
Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα Truth Social έγραψε:
«Διαθέτουμε ασύγκριτη ισχύ πυρός, απεριόριστα πυρομαχικά και άφθονο χρόνο — δείτε τι θα συμβεί σε αυτούς τους παρανοϊκούς σήμερα».
Το fact check της συγκεκριμένης δήλωσης όμως αποδεικνύει ότι δύο στα δύο είναι… ψέμματα. Τα πυρομαχικά εξαντλούνται, ενώ το κόστος και ο χρόνος αναπλήρωσης δεν επιτρέπουν αλόγιστη χρήση.
Ο Τραμπ δήλωσε επίσης ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες «καταστρέφουν ολοκληρωτικά» το καθεστώς της Τεχεράνης «στρατιωτικά, οικονομικά και με κάθε άλλο τρόπο».
Ωστόσο, μέχρι σήμερα η προσδοκία εσωτερικής κινητοποίησης για την πτώση του καθεστώτος δεν έχει ευοδωθεί, ενώ πλέον καταγράφεται και συσπείρωση γύρω από την υπεράσπιση της χώρας, του πολιτισμού και της ανεξαρτησίας.
Η ρητορική αυτή εντάσσεται σε μια στρατηγική προβολής στρατιωτικής υπεροχής με στόχο να αυξήσει την πίεση προς την ιρανική ηγεσία.
Παράλληλα οι στρατιωτικές επιχειρήσεις συνεχίζονται με ένταση. Εκτεταμένες αεροπορικές επιδρομές έπληξαν την Τεχεράνη τις πρώτες πρωινές ώρες της Παρασκευής, ενώ πλήγματα αναφέρθηκαν και σε άλλες πόλεις, όπως η Κομ, το Ισφαχάν και η Αχβάζ.
Την ίδια στιγμή ένα αμερικανικό αεροσκάφος εναέριου ανεφοδιασμού κατέπεσε έπειτα από περιστατικό με άλλα αεροσκάφη σε «φιλικό εναέριο χώρο» πάνω από το δυτικό Ιράκ, γεγονός που υπογραμμίζει την ένταση των στρατιωτικών επιχειρήσεων στην περιοχή.
Αεροπορικές επιδρομές
Νωρίς το πρωί της Παρασκευής εκτεταμένες αεροπορικές επιδρομές έπληξαν την Τεχεράνη. Τοπικά μέσα ενημέρωσης ανέφεραν επίσης πλήγματα σε άλλες πόλεις, μεταξύ των οποίων η Κομ, το Ισφαχάν και η Αχβάζ.
Οι επιθέσεις πραγματοποιήθηκαν λίγες ώρες πριν από την ετήσια πορεία Quds στο Ιράν, που πραγματοποιείται την τελευταία Παρασκευή του Ραμαζανιού και αποτελεί διαδήλωση υποστήριξης προς την παλαιστινιακή υπόθεση.
Οι Φρουροί της Επανάστασης ανακοίνωσαν ότι εξαπέλυσαν νέο κύμα επιθέσεων με πυραύλους και drones εναντίον ισραηλινών πόλεων και αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων.
Την ίδια στιγμή ένα αμερικανικό αεροσκάφος εναέριου ανεφοδιασμού κατέπεσε έπειτα από περιστατικό με άλλα αεροσκάφη σε «φιλικό εναέριο χώρο» πάνω από το δυτικό Ιράκ.
Η ενεργειακή διάσταση του πολέμου
Παρά την επιθετική στάση έναντι της Τεχεράνης, η αμερικανική κυβέρνηση επιχειρεί ταυτόχρονα να περιορίσει τις επιπτώσεις της σύγκρουσης στις αγορές ενέργειας.
Η απόφαση να επιτραπεί η αγορά ρωσικού πετρελαίου που βρίσκεται εγκλωβισμένο στη θάλασσα αποσκοπεί στην αύξηση της διαθέσιμης προσφοράς στην παγκόσμια αγορά.
Η κίνηση αυτή αντανακλά την ανησυχία της Ουάσιγκτον ότι η σύγκρουση μπορεί να οδηγήσει σε απότομη άνοδο των τιμών της ενέργειας.
Το Brent έχει ήδη επιστρέψει πάνω από τα 100 δολάρια ανά βαρέλι, ενώ οι αγορές φοβούνται περαιτέρω άνοδο εάν επηρεαστεί η ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ, από τα οποία διέρχεται περίπου το 20% του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου.
Η αμερικανική κίνηση προκάλεσε ωστόσο διαφοροποίηση στάσης μεταξύ των δυτικών συμμάχων.
Η Βρετανία ξεκαθάρισε ότι δεν θα χαλαρώσει τις κυρώσεις κατά της ρωσικής ενέργειας. Ο υφυπουργός Ενέργειας Μάικλ Σανκς δήλωσε ότι οι κυρώσεις πρέπει να παραμείνουν σε ισχύ, προειδοποιώντας ότι οποιαδήποτε χαλάρωση θα μπορούσε να ενισχύσει την πολεμική μηχανή της Ρωσίας στην Ουκρανία.
Οι προβλέψεις συγκλίνουν σε παρατεταμένη σύγκρουση
Στους γεωπολιτικούς και οικονομικούς κύκλους διαμορφώνεται ολοένα και περισσότερο η εκτίμηση ότι η σύγκρουση θα διαρκέσει αρκετές εβδομάδες ακόμη.
Λίγοι αναλυτές θεωρούν πιθανή μια άμεση κατάρρευση του ιρανικού καθεστώτος. Η ιρανική ηγεσία διατηρεί σημαντικές στρατιωτικές δυνατότητες και μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου.
Ταυτόχρονα η Τεχεράνη φαίνεται να ακολουθεί στρατηγική παράτασης της σύγκρουσης, επιδιώκοντας να ασκήσει πίεση στην παγκόσμια οικονομία μέσω της ενέργειας και των θαλάσσιων μεταφορών.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις επενδυτικών και αναλυτικών κύκλων, αυξάνεται ο αριθμός των στοιχημάτων ότι ο πόλεμος θα συνεχιστεί τουλάχιστον μέχρι το τέλος Ιουνίου.
Η προοπτική αυτή επηρεάζει ήδη τη συμπεριφορά των αγορών, τον στρατιωτικό σχεδιασμό και τις ενεργειακές πολιτικές κυβερνήσεων σε όλο τον κόσμο.
Οι αγορές αγνοούν τιμολογούν παρατεταμένο πόλεμο
Τις προβλέψεις α υτές φαίνεται ότι ενστερνίζονται ήδη οι αγορές, καθώς οι επενδυτές δεν λαμβάνουν ως δεδομένη μια γρήγορη έκβαση της σύγκρουσης και τιμολογούν τον κίνδυνο τουλάχιστον τρίμηνης σύγκρουσης.
Οι αγορές φαίνεται να παίρνουν σε discount σε μεγάλο βαθμό τη ρητορική του Τραμπ και να στρέφουν την προσοχή τους περισσότερο στις στρατηγικές επιλογές του ανώτατου ηγέτη του Ιράν Αλί Χαμενεΐ και του πρωθυπουργού του Ισραήλ Μπενιαμίν Νετανιάχου.
Οι επενδυτές θεωρούν ότι οι δύο αυτοί ηγέτες προετοιμάζονται για σύγκρουση μεγαλύτερης διάρκειας.
Οι ευρωπαϊκές αγορές άνοιξαν πτωτικά την Παρασκευή. Ο δείκτης Stoxx Europe 600 έχασε 0,6%, ενώ ο γερμανικός DAX υποχώρησε κατά 0,8% και βρίσκεται πλέον περισσότερο από 7% χαμηλότερα από την έναρξη του πολέμου.
Αντίστοιχη εικόνα παρουσιάστηκε και στην Ασία. Ο Kospi της Νότιας Κορέας υποχώρησε κατά 1,7% και ο Nifty 50 της Ινδίας κατά 1,3%, ενώ τα ιαπωνικά περιουσιακά στοιχεία δέχθηκαν πιέσεις καθώς οι υψηλότερες τιμές πετρελαίου επιβαρύνουν τις ενεργειακά εξαρτημένες οικονομίες.
Το γεν υποχώρησε κοντά στα 160 ανά δολάριο, επίπεδο που αποτελεί χαμηλό σχεδόν δύο ετών.
Παράλληλα οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων αυξήθηκαν, αντανακλώντας φόβους για επίμονο πληθωρισμό λόγω των υψηλών τιμών ενέργειας. Η απόδοση του βρετανικού δεκαετούς ομολόγου έφτασε στο 4,8%, ενώ η απόδοση του γερμανικού δεκαετούς bund ανέβηκε στο υψηλότερο επίπεδο από το 2023.





























