Η αύξηση των κονδυλίων για τα προγράμματα Erasmus+ και AgoraEU συνοδεύεται από σοβαρά ερωτήματα σχετικά με τη διακυβέρνηση και τη λογοδοσία, σημειώνει το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο, επισημαίνοντας παράλληλα κενά στον σχεδιασμό των νέων προτάσεων.
Στο νέο πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο, συνολικού ύψους 2 τρισ. ευρώ, η Επιτροπή προτείνει το Erasmus+ να λάβει πάνω από 40 δισ. ευρώ, ποσό αυξημένο κατά περισσότερα από 10 δισ. ευρώ σε σχέση με την προηγούμενη προγραμματική περίοδο. Παράλληλα, το AgoraEU, που θα συγκεντρώσει κάτω από μία ομπρέλα υφιστάμενα προγράμματα όπως τα CREA και CERV, προβλέπεται να χρηματοδοτηθεί με 8,6 δισ. ευρώ, σχεδόν διπλάσιο ποσό από το παρελθόν.
Η πολιτική στόχευση των δύο προγραμμάτων δύσκολα αμφισβητείται. Το ΕΕΣ αναγνωρίζει ότι αμφότερα ευθυγραμμίζονται με τις στρατηγικές προτεραιότητες της ΕΕ και μπορούν να λειτουργήσουν ως εργαλεία προώθησης των ευρωπαϊκών αξιών και της ευρωπαϊκής ταυτότητας. Το πρόβλημα, όμως, δεν βρίσκεται στη θεωρία, αλλά στον τρόπο με τον οποίο επιχειρείται να στηθεί το νέο σχήμα χρηματοδότησης.
Το βασικό ερώτημα που αναδεικνύεται είναι απλό: γιατί αυξάνονται τόσο πολύ τα κονδύλια και με ποια ακριβώς λογική; Το ΕΕΣ επισημαίνει ότι δεν παρέχονται επαρκείς εξηγήσεις για τις προτεινόμενες αυξήσεις ούτε στο Erasmus+ ούτε στο AgoraEU. Δεν αποσαφηνίζεται αν αυτές συνδέονται με αύξηση των δράσεων, με διεύρυνση των δικαιούχων ή απλώς με ανάγκη προσαρμογής στο αυξημένο κόστος. Με άλλα λόγια, ζητούνται περισσότερα χρήματα χωρίς να δίνονται καθαρές απαντήσεις για το πού, πώς και γιατί θα κατευθυνθούν.
Αντίστοιχα, η συγχώνευση διαφορετικών προγραμμάτων παρουσιάζεται ως βήμα απλούστευσης, αλλά το ΕΕΣ προειδοποιεί ότι μπορεί να εξελιχθεί σε πεδίο ασάφειας. Στο Erasmus+, για παράδειγμα, προβλέπεται η ενοποίηση με το «Ευρωπαϊκό Σώμα Αλληλεγγύης», χωρίς να εξηγείται πώς θα κατανέμεται ο προϋπολογισμός μεταξύ των προτεραιοτήτων. Στο AgoraEU, η νέα δομή υπόσχεται συνέργειες, χωρίς όμως να είναι σαφές πώς ακριβώς θα αποφευχθούν επικαλύψεις, σύγχυση αρμοδιοτήτων ή ακόμη και διπλή χρηματοδότηση.
Η κριτική του ΕΕΣ γίνεται ακόμη πιο ουσιαστική στο πεδίο της αξιολόγησης. Όπως υπογραμμίζει, οι ρυθμίσεις που προτείνονται για την παρακολούθηση των επιδόσεων δεν φαίνεται να εξασφαλίζουν επαρκώς ότι θα μπορεί να μετρηθεί η συνολική αποτελεσματικότητα, η αποδοτικότητα και η σχέση κόστους-οφέλους. Πρόκειται για ένα πάγιο πρόβλημα των ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων: μεγάλοι στόχοι, μεγάλα ποσά, αλλά αδύναμοι μηχανισμοί για να αποδειχθεί αν τα χρήματα πράγματι πιάνουν τόπο.
Πρόσθετο προβληματισμό προκαλεί και η πρόβλεψη για ευελιξία στις ανακατανομές πόρων, χωρίς να απαιτείται ειδική αιτιολόγηση. Η δυνατότητα αυτή μπορεί να μοιάζει χρήσιμη σε ένα αβέβαιο περιβάλλον, αλλά ενέχει και τον κίνδυνο να αποδυναμώνει τον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, μετατρέποντας τη σταθερή πολιτική σε διαχείριση κατά περίπτωση.
Το ΕΕΣ επισημαίνει επίσης ότι οι προτάσεις παραμένουν ασαφείς σε κρίσιμα τεχνικά ζητήματα, όπως το τέλος της περιόδου επιλεξιμότητας, τα ανώτατα όρια τεχνικών και διοικητικών δαπανών, αλλά και η επιλογή της χρηματοδότησης που δεν συνδέεται με τις δαπάνες ως προεπιλεγμένου μοντέλου επιχορήγησης. Και εδώ η εικόνα είναι παρόμοια: διευρυμένες φιλοδοξίες, αλλά όχι αντίστοιχη σαφήνεια στους κανόνες εφαρμογής.
Τέλος, επειδή και τα δύο προγράμματα θα υλοποιούνται και εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το ΕΕΣ ζητά σαφείς προβλέψεις για τα δικαιώματα ελέγχου, ειδικά όταν πρόκειται για δικαιούχους σε τρίτες χώρες. Πρόκειται για μια επισήμανση που αγγίζει την καρδιά του θέματος: όσο περισσότερο διευρύνεται το πεδίο παρέμβασης της ΕΕ, τόσο λιγότερο μπορεί να θεωρείται αυτονόητη η διαφάνεια και η αποτελεσματική εποπτεία.
Tο μήνυμα του ΕΕΣ είναι σαφές: τα μεγαλύτερα κονδύλια από μόνα τους δεν αρκούν. Χωρίς καθαρό σχεδιασμό, σαφείς προτεραιότητες και αξιόπιστους μηχανισμούς ελέγχου, ο κίνδυνος είναι η νέα γενιά ευρωπαϊκών προγραμμάτων να αποκτήσει περισσότερο βάρος σε αριθμούς παρά σε πραγματικό αποτέλεσμα.
