Στο 1,7% υποχώρησε ο ετήσιος πληθωρισμός στην Ευρωζώνη τον Ιανουάριο του 2026, από 2,0% τον Δεκέμβριο, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat.
Στην Ευρωπαϊκή Ένωση ο δείκτης διαμορφώθηκε στο 2,0%, από 2,3% τον προηγούμενο μήνα. Η Ελλάδα κινήθηκε υψηλότερα από τον μέσο όρο, με ετήσιο πληθωρισμό 2,9% τον Ιανουάριο.
Η αποκλιμάκωση στην Ευρωζώνη δεν προήλθε από «γενικευμένη» πτώση τιμών, αλλά από τη σύνθεση των επιμέρους ομάδων. Η μεγαλύτερη θετική συμβολή στον ετήσιο πληθωρισμό συνέχισε να έρχεται από τις υπηρεσίες (+1,45 ποσοστιαίες μονάδες), ενώ ακολούθησαν τα τρόφιμα, αλκοόλ και καπνός (+0,51 π.μ.) και τα μη ενεργειακά βιομηχανικά αγαθά (+0,09 π.μ.). Στον αντίποδα, η ενέργεια είχε αρνητική συμβολή (-0,39 π.μ.), λειτουργώντας ως βασικός λόγος της πτώσης του συνολικού δείκτη από τον Δεκέμβριο στον Ιανουάριο.
Η εικόνα αυτή παραπέμπει σε δύο παράλληλες τάσεις. Από τη μία, η ενέργεια «τραβά» τον γενικό δείκτη προς τα κάτω. Από την άλλη, οι υπηρεσίες παραμένουν ο κύριος παράγοντας πίεσης, διατηρώντας την πιο «επίμονη» πλευρά του πληθωρισμού. Στο ίδιο μοτίβο κινείται και το γεγονός ότι, σε σύγκριση με τον Δεκέμβριο 2025, ο ετήσιος πληθωρισμός μειώθηκε σε 23 κράτη-μέλη, έμεινε αμετάβλητος σε ένα και αυξήθηκε σε τρία, δείχνοντας ευρεία -αλλά όχι ομοιόμορφη- αποκλιμάκωση.
Σε επίπεδο χωρών, οι χαμηλότερες ετήσιες επιδόσεις καταγράφηκαν στη Γαλλία (0,4%), στη Δανία (0,6%) και στη Φινλανδία και την Ιταλία (1,0%). Στον αντίποδα, οι υψηλότερες τιμές εμφανίστηκαν στη Ρουμανία (8,5%), στη Σλοβακία (4,3%) και στην Εσθονία (3,8%). Η Ελλάδα, με 2,9%, τοποθετείται πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης και της ΕΕ, χωρίς όμως να βρίσκεται στο «πάνω άκρο» της κατάταξης.
