Οι ελληνικές τράπεζες αλλάζουν πίστα, σύμφωνα με την ανάλυση της Citi, που δημοσιεύεται λίγο πριν από την έναρξη της περιόδου δημοσίευσης αποτελεσμάτων και σκιαγραφεί ένα νέο περιβάλλον εσόδων και ανάπτυξης εργασιών, καθώς και τη διακηρυγμένη πολιτική αύξησης της ανταμοιβής των μετόχων.
Σύμφωνα με την ανάλυηση της Citi, ο τραπεζικό κλάδος στην Ελλάδα περνά σε νέα φάση αναβάθμισης κερδοφορίας και κεφαλαιακής πολιτικής. Η εικόνα που διαμορφώνεται συνδυάζει καμπή στα καθαρά έσοδα από τόκους, θετικές εκπλήξεις σε προμήθειες και κόστος κινδύνου, καθώς και αυξανόμενους δείκτες διανομής κερδών. Η αγορά έχει ήδη προεξοφλήσει σημαντικό μέρος της βελτίωσης, ωστόσο το ε πενδυτικό αφήγημα μετατοπίζεται πλέον από τα τριμηνιαία μεγέθη προς τα επικαιροποιημένα επιχειρηματικά πλάνα και τις επιστροφές κεφαλαίου.
Η Citi αποτυπώνει έναν κλάδο που περνά από τη φάση ανάκαμψης στη φάση διατηρήσιμης κερδοφορίας και επιθετικότερης κεφαλαιακής πολιτικής. Η καμπή στα καθαρά έσοδα από τόκους, η ισχυρή πιστωτική επέκταση και η βελτίωση του κόστους κινδύνου δημιουργούν προϋποθέσεις διψήφιας αύξησης κερδών.
Η αγορά έχει ήδη αναγνωρίσει την πρόοδο, ωστόσο η επιτάχυνση επιστροφών κεφαλαίου και οι αναθεωρήσεις στρατηγικών πλάνων ενδέχεται να διαμορφώσουν νέο κύκλο ανατιμολόγησης. Σε αυτό το πλαίσιο, η Eurobank αναδεικνύεται ως η προτιμώμενη επιλογή για το 2026, με ισχυρό συνδυασμό ανάπτυξης, αποδοτικότητας και ελκυστικής αποτίμησης.
Οι ανακοινώσεις των αποτελεσμάτων στις 26 Φεβρουαρίου (Πειραιώς, Eurobank) και 27 Φεβρουαρίου (Alpha Bank, Εθνική Τράπεζα) έρχονται σε ένα περιβάλλον έντονης μεταβλητότητας. Ο τραπεζικός κλάδος έχει ενισχυθεί κατά 9,5% από την αρχή του έτους, μετά από ισχυρή ανατιμολόγηση τον Ιανουάριο και διόρθωση τον Φεβρουάριο. Το ενδιαφέρον της αγοράς στρέφεται πλέον στις αναβαθμίσεις των εκτιμήσεων για τα κέρδη ανά μετοχή (EPS) και στη νέα κατεύθυνση των payout ratios.
Η Citi εκτιμά ότι οι ελληνικές τράπεζες υιοθετούν στρατηγική «υπεραπόδοσης και αναβάθμισης» στα καθαρά έσοδα από τόκους (NII), επιλέγοντας συντηρητική αρχική καθοδήγηση. Σε αυτό το πλαίσιο, το περιθώριο θετικής έκπληξης ενδέχεται να προέλθει κυρίως από προμήθειες, χαμηλότερο κόστος κινδύνου και υψηλότερες διανομές κεφαλαίου.
Αναβαθμίσεις EPS με μοχλό NII, προμήθειες και χαμηλότερο CoR
Η Citi προβλέπει ευρείες αναβαθμίσεις στα EPS, στηριζόμενες σε τέσσερις βασικούς άξονες:
Πρώτον, τα καθαρά έσοδα από τόκους εμφανίζουν καμπή στο δ’ τρίμηνο 2025, με την Εθνική να διατηρεί σταθερό προφίλ. Σε ορίζοντα τριετίας, η Citi εκτιμά μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης NII 5,5%, με παράλληλη πιστωτική επέκταση άνω του 9% σε όρους CAGR. Η επιτάχυνση χορηγήσεων ενισχύεται και από την προώθηση έργων υποδομών του 2026 στο τελευταίο τρίμηνο του 2025.
Δεύτερον, οι προμήθειες αναμένεται να αυξηθούν με ρυθμό άνω του 9% σε ορίζοντα τριετίας. Η ενίσχυση προέρχεται από βαθύτερη διείσδυση σε προϊόντα asset management και ασφαλιστικά, καθώς και από υψηλότερες προμήθειες που συνδέονται με νέες χορηγήσεις.
Τρίτον, το κόστος κινδύνου (CoR) εκτιμάται ότι θα κινηθεί 5–10 μονάδες βάσης χαμηλότερα, λόγω περιορισμένων αναγκών για νέες προβλέψεις και συνεχιζόμενων επαναδιαπραγματεύσεων αμοιβών διαχείρισης μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων.
Τέταρτον, η αύξηση λειτουργικού κόστους εκτιμάται ότι θα παραμείνει εντός 5% ετησίως, παρά την ενίσχυση επενδύσεων σε τεχνολογικές υποδομές.
ΝΙΙ: Συντηρητική καθοδήγηση, τακτική υπεραπόδοσης
Παρά το ευνοϊκό περιβάλλον για τα NII, μεγάλο μέρος των θετικών τάσεων έχει ήδη ενσωματωθεί στις υψηλές εκτιμήσεις της αγοράς. Η Citi θεωρεί πιθανό ότι οι διοικήσεις θα επιλέξουν προσεκτική καθοδήγηση, λαμβάνοντας υπόψη την αβεβαιότητα γύρω από το deposit beta και τη μεταβλητότητα της πιστωτικής ζήτησης.
Η στρατηγική αυτή επιτρέπει σταδιακές αναβαθμίσεις στη διάρκεια του έτους, ενισχύοντας την αξιοπιστία των επιχειρηματικών πλάνων. Σε αυτό το πλαίσιο, η υπεραπόδοση έναντι των εκτιμήσεων ενδέχεται να προκύψει κυρίως από:
- ισχυρότερες επιδόσεις προμηθειών,
- χαμηλότερο κόστος κινδύνου,
- επιτάχυνση επιστροφών κεφαλαίου.
Τα τριμηνιαία μεγέθη αναμένεται να έχουν δευτερεύουσα σημασία έναντι των στρατηγικών αναθεωρήσεων, ιδίως για Alpha Bank και Πειραιώς που επικαιροποιούν στόχους για το 2026, καθώς και ενόψει των Capital Markets Days.
Επιτάχυνση επιστροφών κεφαλαίου: νέα εποχή payout ratios
Η ισχυρή κερδοφορία, η βελτίωση ποιότητας κεφαλαίων και η ομαλή απόσβεση των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων (DTC) δημιουργούν τις προϋποθέσεις για επιτάχυνση διανομών.
Η Εθνική Τράπεζα αναμένεται να πρωταγωνιστήσει:
- Αύξηση payout για το 2025 στο 65% (+5 ποσοστιαίες μονάδες).
- Ειδικό μέρισμα που εκτιμάται στα 350 εκατ. ευρώ.
- Ετήσια αύξηση 10 ποσοστιαίων μονάδων από το 2026, με στόχο payout 95% το 2028.
- Διατήρηση κεφαλαιακού «μαξιλαριού» περίπου 3 ποσοστιαίων μονάδων για πιθανές εξαγορές.
Alpha Bank και Eurobank εκτιμάται ότι θα αυξήσουν το payout 2025 κατά 5 ποσοστιαίες μονάδες, στο 55%, με σταδιακή ετήσια αύξηση 5 μονάδων τα επόμενα έτη.
Η Πειραιώς αναμένεται να διατηρήσει payout 50% για 2025–2026, λόγω ενσωμάτωσης της Εθνικής Ασφαλιστικής, και να ξεκινήσει ετήσιες αυξήσεις 5 ποσοστιαίων μονάδων από το 2027.
Η μετάβαση σε υψηλότερους δείκτες διανομής σηματοδοτεί ουσιαστική αλλαγή στο επενδυτικό προφίλ του κλάδου, με έμφαση στη δημιουργία μερισματικής απόδοσης και επαναγοράς κεφαλαίου.
Top Pick για το 2026 η Eurobank
Η Citi διατηρεί τη Eurobank ως κορυφαία επιλογή για το 2026, εστιάζοντας σε τρεις στρατηγικούς καταλύτες:
Η πιθανή αναβάθμιση της Ελλάδας σε καθεστώς ανεπτυγμένης αγοράς, η ένταξη της Βουλγαρίας στην Ευρωζώνη και η ένταξη της Κύπρου στη ζώνη Σένγκεν ενισχύουν τη διασυνοριακή δραστηριότητα και το επενδυτικό αφήγημα.
Σε επίπεδο θεμελιωδών μεγεθών, η Eurobank εμφανίζει:
- Υψηλότερο καθαρό επιτοκιακό περιθώριο (NIM) και ανάπτυξη μέσω Κύπρου και Βουλγαρίας.
- Μεγαλύτερη διαφοροποίηση εσόδων προς wealth management και ασφάλειες ζωής.
- Πρόσθετες συνέργειες από εξαγορές.
- Περιθώριο ενίσχυσης NII μέσω πιστωτικής επέκτασης και χαμηλότερου κόστους καταθέσεων.
Η αποτίμηση σε 1,3 φορές το P/TBV και κάτω από 8 φορές τα κέρδη (P/E) θεωρείται ελκυστική σε σχέση με αναμενόμενο ROTE 18% το 2027 και μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης EPS περίπου 13% σε ορίζοντα τριετίας.
