Ο νέος παγκόσμιος δασμός 10% των ΗΠΑ τέθηκε σε ισχύ τα ξημερώματα της Τρίτης (00:01 ώρα Ουάσιγκτον), δίνοντας σάρκα και οστά στη νέα προσπάθεια του Trump να κρατήσει ζωντανή την εμπορική του ατζέντα μετά το χαστούκι του Ανώτατου Δικαστηρίου, που ακύρωσε το προηγούμενο, σαρωτικό πακέτο δασμών.
Η εκτελεστική εντολή υπογράφηκε την Παρασκευή, λίγες ώρες μετά τη δικαστική απόφαση. Έκτοτε ο Trump απείλησε ότι μπορεί να ανεβάσει τον συντελεστή στο 15%, όμως έως την ώρα που τέθηκε σε ισχύ το μέτρο δεν υπήρξε επίσημη οδηγία που να επιβεβαιώνει την αύξηση. Το αποτέλεσμα είναι ένα περιβάλλον θολό: οι αγορές και οι εμπορικοί εταίροι προσπαθούν να διαβάσουν όχι μόνο την επόμενη κίνηση, αλλά και το νομικό “μονοπάτι” που θα ακολουθήσει η Ουάσιγκτον.
Σύμφωνα με αξιωματούχο της κυβέρνησης, ο Λευκός Οίκος ετοιμάζει τυπική εντολή για άνοδο του οριζόντιου δασμού στο 15%. Το πότε θα εφαρμοστεί -αν εφαρμοστεί σύντομα- παραμένει ασαφές.
Το «παράθυρο» των 150 ημερών
Για να επιβάλει τον νέο δασμό, ο Trump αξιοποιεί το Section 122 του Trade Act του 1974, που δίνει τη δυνατότητα στον πρόεδρο να επιβάλει εισαγωγικό φόρο για 150 ημέρες χωρίς έγκριση του Κογκρέσου. Πρόκειται ουσιαστικά για εναλλακτική λύση μετά την απόφαση του δικαστηρίου ότι η χρήση νόμου περί έκτακτων εξουσιών για τους λεγόμενους “reciprocal” δασμούς παραβίαζε το νομικό πλαίσιο.
Το νέο σχήμα δεν είναι απόλυτα «καθαρό» 10% για όλους. Περιλαμβάνει εξαιρέσεις, με βασικότερη την εξαίρεση προϊόντων που συμμορφώνονται με τη βορειοαμερικανική εμπορική συμφωνία ΗΠΑ-Καναδά-Μεξικού, αλλά και ειδική μεταχείριση για ορισμένα αγροτικά προϊόντα που είχαν ανάλογο καθεστώς και στο προηγούμενο πλαίσιο.
Με βάση εκτίμηση του Bloomberg Economics, ο μέσος αποτελεσματικός δασμός των ΗΠΑ διαμορφώνεται περίπου στο 10,2% αν συνυπολογιστούν οι εξαιρέσεις, από 13,6% πριν από την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου. Αν το 10% γίνει 15%, ο αποτελεσματικός συντελεστής εκτιμάται κοντά στο 12%.
Το σχέδιο «επαναχτισίματος» του τείχους δασμών
Η κυβέρνηση Trump ξεκαθαρίζει ότι οι δασμοί παραμένουν κεντρικό εργαλείο πολιτικής. Όμως, οι νέες νομικές διαδρομές που εξετάζει -όπως τα Section 301 και Section 232- δεν προσφέρουν την ίδια ευελιξία που έδινε το προηγούμενο καθεστώς έκτακτων εξουσιών, άρα απαιτούν διαδικασίες και χρόνο.
Σε αυτό το πλαίσιο, η διοίκηση προετοιμάζει έρευνες με επίκληση ζητημάτων εθνικής ασφάλειας για εισαγωγές βιομηχανικών προϊόντων (μπαταρίες, χυτοσίδηρος και σιδερένια εξαρτήματα, εξοπλισμός δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας και τηλεπικοινωνιών, πλαστικές σωληνώσεις, ορισμένα χημικά). Αυτές οι έρευνες θεωρούνται προάγγελος νέων δασμών, αλλά μπορεί να χρειαστούν μήνες μέχρι να καταλήξουν σε αποτέλεσμα.
Ευρώπη και Ινδία πατούν φρένο, η Ουάσιγκτον ζητά «να τηρηθούν οι συμφωνίες»
Η ασάφεια μεταφέρεται ήδη στην πραγματική οικονομία και στη διπλωματία. Εμπορικοί εταίροι και εταιρείες ξεσκονίζουν υπάρχουσες συμφωνίες για να υπολογίσουν τι ισχύει σήμερα και τι μπορεί να αλλάξει αύριο.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση ανέστειλε την επικύρωση της συμφωνίας με τις ΗΠΑ έως ότου υπάρξει σαφήνεια για την κατεύθυνση της αμερικανικής πολιτικής, ενώ και η Ινδία ανέβαλε προγραμματισμένες συνομιλίες στις ΗΠΑ για ένα ενδιάμεσο εμπορικό deal.
Ο Jamieson Greer προσπάθησε να καθησυχάσει, λέγοντας ότι οι συμφωνίες που έχουν διαπραγματευτεί οι εταίροι με τις ΗΠΑ τον τελευταίο χρόνο είναι «καλές» και ότι η Ουάσιγκτον θα τις τηρήσει, αναμένοντας αντίστοιχη στάση. Όμως το μήνυμα δεν έπεισε όλους. Η Christine Lagarde υπογράμμισε ότι για το παγκόσμιο εμπόριο είναι «κρίσιμα σημαντικό» να υπάρχει καθαρότητα από την αμερικανική διοίκηση.
Πολιτική πίεση στο εσωτερικό, κρίσιμη ομιλία στο Κογκρέσο
Οι δασμοί τέθηκαν σε ισχύ λίγες ώρες πριν από την ομιλία του Trump για την Κατάσταση του Έθνους, όπου το οικονομικό αφήγημα αναμένεται να είναι κεντρικό, καθώς οι Ρεπουμπλικάνοι αναζητούν μήνυμα ενόψει ενδιάμεσων εκλογών σε ένα εκλογικό σώμα που πιέζεται από το κόστος ζωής.
Την ίδια ώρα, δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η κοινή γνώμη απομακρύνεται από τη δασμολογική γραμμή του Trump, θεωρώντας ότι οδηγεί τις τιμές υψηλότερα. Σε έρευνα Washington Post/ABC/Ipsos, το 64% αποδοκιμάζει τον χειρισμό του θέματος των δασμών από τον Trump, έναντι 34% που τον αποδέχεται.
































