Με δύο γνώμες που δόθηκαν στη δημοσιότητα, το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο (ΕΕΣ) κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για τις προτάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που θα καθορίσουν σχεδόν το μισό του προτεινόμενου προϋπολογισμού της ΕΕ για το 2028-2034, ύψους 2 τρισ. ευρώ.
Στο επίκεντρο βρίσκονται το νέο Ευρωπαϊκό Ταμείο -που θα συγκεντρώνει χρηματοδότηση για συνοχή, γεωργία και ασφάλεια μέσω εθνικών σχεδίων- και ο νέος τρόπος παρακολούθησης των δαπανών και των αποτελεσμάτων τους, όπου το ΕΕΣ ζητά ισχυρότερες δικλίδες, σαφέστερους δείκτες και πραγματική λογοδοσία.
Η Κομισιόν έχει προτείνει για την περίοδο 2028-2034 ένα πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο (ΠΔΠ) 2 τρισ. ευρώ, με το νέο Ευρωπαϊκό Ταμείο να αποτελεί τη μεγαλύτερη ενιαία «δεξαμενή» δαπανών, καλύπτοντας σχεδόν το 44% του συνόλου. Η φιλοσοφία είναι η συγκέντρωση πόρων που έως σήμερα κατανέμονταν σε διαφορετικά ταμεία και προγράμματα -από την πολιτική συνοχής έως τη γεωργία- σε ένα ενιαίο εθνικό σχέδιο ανά κράτος μέλος, με στόχο την απλούστευση και τη μείωση του κατακερματισμού. Παράλληλα, η Επιτροπή εισηγείται και δάνεια έως 150 δισ. ευρώ προς τα κράτη μέλη, μέσω δανεισμού της ίδιας της ΕΕ.
Ωστόσο, κατά το ΕΕΣ, η «ενοποίηση» δεν είναι ουδέτερη τεχνική αλλαγή. Η συγχώνευση διαφορετικών πολιτικών κάτω από μια ομπρέλα σημαίνει ότι συνδυάζονται στόχοι και λογικές υλοποίησης που δεν κινούνται στον ίδιο χρόνο, ούτε έχουν τις ίδιες προτεραιότητες. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε δύσκολους συμβιβασμούς, με τα κράτη μέλη να καλούνται να υπηρετήσουν ταυτόχρονα ευρύ φάσμα στόχων της ΕΕ, ενώ παράλληλα πρέπει να προσαρμόζουν τις παρεμβάσεις στις εθνικές και περιφερειακές ανάγκες. Το ΕΕΣ προειδοποιεί ότι χωρίς σαφείς διασφαλίσεις υπάρχει κίνδυνος να αποδυναμωθεί στην πράξη η εταιρική σχέση και η πολυεπίπεδη διακυβέρνηση, δηλαδή ο ρόλος των περιφερειών και των εταίρων στον σχεδιασμό και στην εφαρμογή.
Κρίσιμο σημείο είναι και το νέο «μοντέλο πληρωμών». Αντί η ΕΕ να αποζημιώνει επιλέξιμες δαπάνες που έχουν πραγματοποιηθεί, οι εκταμιεύσεις προς τα κράτη μέλη θα συνδέονται με την επίτευξη ορόσημων και τιμών-στόχου, σε μια λογική που παραπέμπει στον Μηχανισμό Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Το ΕΕΣ τονίζει ότι, για να λειτουργήσει αυτό χωρίς να υπονομευτεί η χρηστή δημοσιονομική διαχείριση, τα ορόσημα και οι στόχοι πρέπει να είναι απολύτως ακριβή και επαληθεύσιμα, ώστε να είναι σαφές πότε εκπληρώνονται πραγματικά. Διαφορετικά, οι αποκλίσεις στον σχεδιασμό και στην ερμηνεία από χώρα σε χώρα μπορούν να πλήξουν τη συγκρισιμότητα και την ίση μεταχείριση.
Εξίσου αιχμηρή είναι η επισήμανση για το κόστος: στο προτεινόμενο πλαίσιο, οι εκταμιεύσεις θα βασίζονται σε εκτιμήσεις κόστους εκ των προτέρων, ενώ οι πληρωμές δεν θα «διορθώνονται» στη συνέχεια ανάλογα με το πραγματικό κόστος που προκύπτει. Το ΕΕΣ βλέπει εδώ κίνδυνο αποκλίσεων και υπερεκτιμήσεων, καθώς η πρόταση δεν προβλέπει επαρκείς δικλίδες για το πώς θα τεκμηριώνονται, θα αξιολογούνται και θα επαληθεύονται αυτές οι εκτιμήσεις με συνεπή τρόπο.
Στο πεδίο της λογοδοσίας, το ΕΕΣ προειδοποιεί ότι το πλαίσιο διασφάλισης που προτείνεται ενδέχεται να μην επιτρέψει στην Επιτροπή να παρέχει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο την απαιτούμενη διασφάλιση για την ορθή διαχείριση των κονδυλίων. Το σκεπτικό είναι ότι περιορίζεται ο ρόλος της Επιτροπής και το σύστημα στηρίζεται περισσότερο σε εθνικές δικλίδες, όπου το ΕΕΣ έχει εντοπίσει επανειλημμένα αδυναμίες στο παρελθόν. Γι’ αυτό και ζητά ρητές απαιτήσεις ελέγχου, αλλά και ξεκάθαρες οικονομικές συνέπειες σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με το ενωσιακό και εθνικό δίκαιο.
Η δεύτερη γνώμη του ΕΕΣ αφορά το προτεινόμενο οριζόντιο πλαίσιο παρακολούθησης δαπανών και μέτρησης επιδόσεων. Εδώ, το ΕΕΣ αναγνωρίζει ότι η Επιτροπή επιχειρεί να «μαζέψει» διασκορπισμένους κανόνες και δείκτες, δημιουργώντας πιο εναρμονισμένες διαδικασίες αναφοράς και ενσωματώνοντας οριζόντιες προτεραιότητες. Όμως εντοπίζει σημαντικές αδυναμίες στον σχεδιασμό, που μπορεί τελικά να οδηγήσουν σε μέτρηση της προόδου υλοποίησης αντί για μέτρηση της επίτευξης των στόχων της ΕΕ. Ενδεικτικά, περίπου στο 25% των πεδίων παρέμβασης δεν προβλέπονται δείκτες αποτελέσματος, ενώ απουσιάζουν πλήρως δείκτες αντικτύπου, κάτι που -όπως σημειώνει- θα δυσκολέψει και τις μελλοντικές αξιολογήσεις.
Παράλληλα, το ΕΕΣ εστιάζει σε ένα ακόμη πρακτικό, αλλά κρίσιμο, ζήτημα: την απουσία σαφούς σύνδεσης χρηματοδότησης και αποτελεσμάτων, καθώς και την έλλειψη πρόβλεψης για συστηματική συλλογή πληροφοριών σχετικά με τις δημόσιες δαπάνες που υποστηρίζονται από τον προϋπολογισμό της ΕΕ. Στις οριζόντιες προτεραιότητες (όπως το περιβάλλον), οι συνεισφορές των προγραμμάτων θα βασίζονται σε εκτιμήσεις και όχι σε πραγματικές δαπάνες, με αποτέλεσμα -κατά το ΕΕΣ- να υπάρχει κίνδυνος υπερεκτίμησης.
Το μήνυμα του ΕΕΣ, συνολικά, δεν είναι ότι η απλούστευση ή η ενοποίηση είναι εκ προοιμίου λάθος. Είναι ότι μια τόσο ριζική αλλαγή -με εθνικά σχέδια-ομπρέλα, πληρωμές βάσει ορόσημων και νέα εργαλεία μέτρησης- δεν μπορεί να στηθεί με «χαλαρά» κριτήρια. Χωρίς σαφείς ορισμούς, συγκρίσιμους δείκτες, ισχυρές δικλίδες, πρόσβαση στα δεδομένα και πραγματική ιχνηλασιμότητα, ο κίνδυνος είναι διπλός: και να αποδυναμωθεί η λογοδοσία για δαπάνες τεράστιου μεγέθους, και να χαθεί η ουσία, δηλαδή αν τα χρήματα της ΕΕ όντως παράγουν τα αποτελέσματα που υπόσχονται.
