Η απόπειρα τεχνικής αντίδρασης στη Wall Street αποδείχθηκε βραχύβια. Τα futures του S&P 500 διέγραψαν γρήγορα τα αρχικά κέρδη της τάξης του 0,3%, μετά τη βουτιά 1% της προηγούμενης συνεδρίασης, επιβεβαιώνοντας ότι ο φόβος γύρω από το λεγόμενο «AI scare trade» δεν έχει εκτονωθεί.
Αφετηρία της αναταραχής αποτέλεσε η 7.000 λέξεων ανάλυση της Citrini Research – ένα υποθετικό σενάριο με ημερομηνία Ιούνιος 2028 – που περιγράφει μια «παγκόσμια κρίση νοημοσύνης». Δεν πρόκειται για πρόβλεψη, αλλά για πείραμα σκέψης. Ωστόσο, η αγορά το αντιμετώπισε σαν προειδοποίηση.
Η αποδόμηση του «premium» της γνώσης
Το βασικό ερώτημα που θέτει η έκθεση είναι σχεδόν ανατρεπτικό: Τι συμβαίνει αν η τεχνητή νοημοσύνη αποδειχθεί υπερβολικά ικανή;
Σε όλη τη σύγχρονη οικονομική ιστορία, η ανθρώπινη νοημοσύνη ήταν ο σπάνιος παραγωγικός συντελεστής. Πάνω σε αυτήν χτίστηκαν περιθώρια κέρδους, αποτιμήσεις, ολόκληρα επιχειρηματικά μοντέλα. Το σενάριο της Citrini περιγράφει την «αποσυμπίεση» αυτού του premium: εργαλεία AI που μειώνουν δραστικά το κόστος σε κλάδους έντασης γνώσης – λογισμικό, συμβουλευτικές υπηρεσίες, πληρωμές, private credit, διαχείριση πλούτου.
Η διαταραχή, σύμφωνα με το αφήγημα, δεν είναι σταδιακή αλλά ταχεία. Η ανεργία σε επαγγέλματα γραφείου αυξάνεται, τα εταιρικά έσοδα συμπιέζονται και η χρηματοπιστωτική μετάδοση γίνεται αναπόφευκτη. Το πρόβλημα δεν είναι απλώς η καινοτομία, αλλά η ταχύτητά της.
Από το λογισμικό στην πίστωση
Οι πιέσεις εξαπλώθηκαν πέρα από τον στενό πυρήνα της τεχνολογίας. Το sell-off έπληξε software, κυβερνοασφάλεια, ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές, private equity, private credit και ακόμη και υπηρεσίες ακινήτων.
Η IBM κατέγραψε διψήφιες απώλειες, με αφορμή και την ανακοίνωση της Anthropic ότι το εργαλείο Claude Code μπορεί να αυτοματοποιήσει κρίσιμα τμήματα του εκσυγχρονισμού της COBOL – μιας γλώσσας που στηρίζει μεγάλο μέρος τραπεζικών και κρατικών υποδομών στις ΗΠΑ. Ένα επιχειρηματικό «οχυρό» δεκαετιών τίθεται ξαφνικά υπό αμφισβήτηση.
Παράλληλα, οι εταιρείες private credit, που έχουν χρηματοδοτήσει γενναιόδωρα τον τεχνολογικό τομέα, βρέθηκαν στο στόχαστρο. Ο κίνδυνος, όπως προειδοποιούν αναλυτές, δεν είναι μόνο ποιος θα πληγεί, αλλά αν ένα σοκ εντός 12 μηνών μπορεί να ξεπεράσει τις παραδοσιακές δικλίδες ασφαλείας της αγοράς.
Εύθραυστο κλίμα, πολλαπλοί κίνδυνοι
Το επενδυτικό συναίσθημα χαρακτηρίζεται πλέον «εύθραυστο». Στρατηγικοί αναλυτές της Jefferies σημειώνουν ότι μειώνουν το ρίσκο στα χαρτοφυλάκια, καθώς οι ανησυχίες για έκθεση σε private credit και private equity εντείνονται.
Στο φόντο, προστίθενται γεωπολιτικές εντάσεις – από την αναζωπύρωση εμπορικής αβεβαιότητας έως τις σχέσεις ΗΠΑ-Ιράν – αλλά και η νευρικότητα ενόψει της ομιλίας του Trump για την Κατάσταση του Έθνους. Τα τελευταία στοιχεία καταναλωτικής εμπιστοσύνης είχαν υποχωρήσει στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2014, ενισχύοντας την ανησυχία για την ανθεκτικότητα της οικονομίας.
Καταφύγια, αλλά χωρίς αποφασιστικότητα
Παρά τη στροφή προς ασφαλή καταφύγια στις προηγούμενες συνεδριάσεις, οι κινήσεις δεν έχουν αποκτήσει δυναμική φυγής. Οι αποδόσεις των αμερικανικών 10ετών ομολόγων κινούνται γύρω στο 4,04%, ενώ ο χρυσός, αν και διόρθωσε ελαφρώς, διατηρεί το μεγαλύτερο μέρος των πρόσφατων κερδών του.
Το μήνυμα της αγοράς δεν είναι πανικός, αλλά αμφιβολία. Το «AI scare trade» έχει μετατραπεί σε κυρίαρχο θέμα, σε μια αμερικανική αγορά που το 2026 παραμένει ουσιαστικά στάσιμη μετά από χρόνια τεχνολογικής ευφορίας.
Το υπαρξιακό παράδοξο
Η Wall Street βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα παράδοξο: Αν η AI μειώνει δραστικά το κόστος, αυξάνει την παραγωγικότητα και συμπιέζει το «premium» της γνώσης, ποιος τελικά θα καρπώνεται την αξία;
Σε ένα χρηματιστήριο που έχει χτιστεί πάνω στην υπόθεση διαρκούς αύξησης κερδών, η ιδέα ότι η τεχνολογική αφθονία μπορεί να συμπιέσει τα περιθώρια – και άρα τις αποτιμήσεις – λειτουργεί ως κώλυμμα στη μέχρι πρότινος αισιοδοξία.
Το «σενάριο καταστροφής» της Citrini ίσως να μην αποτελεί πρόβλεψη. Αποκάλυψε, όμως, κάτι βαθύτερο: ότι ο μεγαλύτερος φόβος της αγοράς δεν είναι μια ύφεση ή ένας δασμός, αλλά το ενδεχόμενο η ίδια η τεχνολογική της επανάσταση να αποδειχθεί υπερβολικά αποτελεσματική για να είναι κερδοφόρα.
































