Οι διεθνείς τιμές των τροφίμων υποχώρησαν για πέμπτο συνεχόμενο μήνα τον Ιανουάριο, σύμφωνα με τα στοιχεία του FAO, με τον δείκτη τιμών τροφίμων να διαμορφώνεται στις 123,9 μονάδες, χαμηλότερα κατά 0,4% σε μηνιαία βάση και στο χαμηλότερο επίπεδο από τον Αύγουστο του 2024.
Η εικόνα αντανακλά κυρίως τη διόρθωση σε ζάχαρη, γαλακτοκομικά και κρέας, την ώρα που δημητριακά και φυτικά έλαια κινούνται αντίθετα.
Η μεγαλύτερη πτώση καταγράφηκε στα γαλακτοκομικά, με τον σχετικό δείκτη να υποχωρεί κατά 5%, στην έβδομη διαδοχική μηνιαία πτώση, λόγω χαμηλότερων διεθνών τιμών σε τυρί και βούτυρο, εν μέσω επαρκών αποθεμάτων. Αντίθετα, οι τιμές του αποβουτυρωμένου γάλακτος σε σκόνη κινήθηκαν ανοδικά, στηριζόμενες από ανανεωμένη ζήτηση στη Μέση Ανατολή, τη Βόρεια Αφρική και τμήματα της Ασίας.
Οι τιμές της ζάχαρης μειώθηκαν κατά 1%, καθώς οι αγορές προεξοφλούν αύξηση της παγκόσμιας προσφοράς τη φετινή σεζόν, με αιχμή την αναμενόμενη ισχυρή ανάκαμψη της παραγωγής στην Ινδία, τις ευνοϊκές προοπτικές στην Ταϊλάνδη και συνολικά θετικές εκτιμήσεις για τη Βραζιλία. Πτώση 0,4% σημείωσαν και οι τιμές του κρέατος, στο χαμηλότερο επίπεδο από τον Μάιο του 2025, κυρίως λόγω χαμηλότερων τιμών στο χοιρινό, ενώ οι τιμές βοείου και αιγοπρόβειου κρέατος παρέμειναν σε γενικές γραμμές σταθερές.
Στον αντίποδα, ο δείκτης τιμών των δημητριακών ενισχύθηκε οριακά κατά 0,2%, φθάνοντας στο υψηλότερο επίπεδο από τον Μάιο του 2025. Οι τιμές του σίτου υποχώρησαν ελαφρά, καθώς τα υψηλά παγκόσμια αποθέματα αντιστάθμισαν τις ανησυχίες για καιρικούς κινδύνους σε Ρωσία και ΗΠΑ, ενώ οι τιμές του καλαμποκιού παρέμειναν υπό έλεγχο λόγω επαρκούς προσφοράς. Αντίθετα, το ρύζι κατέγραψε άνοδο 1,8%, αντανακλώντας ενισχυμένη ζήτηση, ιδιαίτερα για αρωματικές ποικιλίες.
Ανοδικά κινήθηκαν και τα φυτικά έλαια, με τον σχετικό δείκτη να αυξάνεται κατά 2,1%. Οι τιμές φοινικέλαιου ενισχύθηκαν λόγω εποχικών περιορισμών στην παραγωγή στη Νοτιοανατολική Ασία και ισχυρής ζήτησης, ενώ το σογιέλαιο και το ηλιέλαιο δέχθηκαν ώθηση από στενότερη προσφορά στη Νότια Αμερική και την περιοχή της Μαύρης Θάλασσας αντίστοιχα. Μοναδική εξαίρεση αποτέλεσε το κραμβέλαιο, όπου η επάρκεια στην Ευρωπαϊκή Ένωση άσκησε καθοδική πίεση στις τιμές.
Σε επίπεδο θεμελιωδών μεγεθών, ο FAO εμφανίζεται ιδιαίτερα καθησυχαστικός για τα δημητριακά. Η παγκόσμια παραγωγή το 2025 εκτιμάται πλέον σε 3.023 εκατ. τόνους, με ιστορικά υψηλές σοδειές σε σιτάρι, χονδρά σιτηρά και ρύζι. Ως αποτέλεσμα, τα παγκόσμια αποθέματα προβλέπεται να αυξηθούν κατά 7,8%, οδηγώντας τον δείκτη αποθεμάτων προς χρήση στο 31,8%, το υψηλότερο επίπεδο από το 2001. Πρόκειται για ένα «μαξιλάρι» που περιορίζει τους άμεσους κινδύνους από διαταραχές στην προσφορά.

Ωστόσο, τόσο ο FAO όσο και το AMIS προειδοποιούν ότι η σχετική σταθερότητα των αγορών δεν πρέπει να εκληφθεί ως διαρθρωτική αλλαγή. Η σημερινή εικόνα στηρίζεται σε έναν ευνοϊκό συνδυασμό καλών σοδειών, λειτουργικών εφοδιαστικών αλυσίδων και επαρκούς διαθεσιμότητας λιπασμάτων. Ένα σοκ –από ακραία καιρικά φαινόμενα έως γεωπολιτικές εντάσεις ή ενεργειακές αναταράξεις– θα μπορούσε να ανατρέψει γρήγορα την ισορροπία.
Το συμπέρασμα είναι διττό: οι διεθνείς τιμές τροφίμων αποκλιμακώνονται και τα αποθέματα προσφέρουν ανάσες στο σύστημα, όμως η αγορά παραμένει ευάλωτη. Η αποκλιμάκωση δεν ισοδυναμεί με θωράκιση – και αυτό είναι το κρίσιμο σημείο που καλούνται να μην αγνοήσουν κυβερνήσεις και αγορές.






























