Ένα ακόμη πλήγμα, και μάλιστα καίριο, δέχεται η αξιοπιστία των θεσμών στην Ελλάδα, μετά την ανακοίνωση της ελληνικής αστυνομίας ότι το τηλεφωνικό κέντρο της Άμεσης Δράσης τέθηκε εκτός λειτουργίας λόγω τεχνικής βλάβης.
Το γεγονός από μόνο του προκαλεί σοβαρά ερωτήματα για την ανθεκτικότητα των κρίσιμων υποδομών ασφάλειας. Η εξέλιξη, όμως, που βαθαίνει το πρόβλημα, αφορά τη θεσμική διαχείριση του περιστατικού. Όταν το σύστημα επανήλθε σε λειτουργία, δεν υπήρξε καμία επίσημη ενημέρωση, καμία εξήγηση για τα αίτια της βλάβης, καμία ανάληψη ευθύνης, ούτε καν μια στοιχειώδης αποκατάσταση της επικοινωνίας με τους πολίτες.
Η σιωπή αυτή δεν μπορεί να εκληφθεί ως αβλεψία. Εντάσσεται σε ένα ευρύτερο μοτίβο θεσμικής αδράνειας και διοικητικής αδιαφάνειας, όπου κρίσιμα περιστατικά αντιμετωπίζονται αποσπασματικά και χωρίς λογοδοσία. Το συγκεκριμένο συμβάν δεν αποτελεί μεμονωμένο επεισόδιο. Ακολουθεί το blackout στον εναέριο χώρο, που ανέδειξε σοβαρά κενά στον έλεγχο και τη διαχείριση της εναέριας κυκλοφορίας, καθώς και την αποτυχία μηχανισμών εποπτείας που οδήγησε σε βιομηχανικό δυστύχημα με πέντε νεκρές εργάτριες. Τα γεγονότα αυτά συγκροτούν μια αλυσίδα αποτυχιών, όχι ασύνδετων μεταξύ τους, αλλά ενδεικτικών βαθύτερης θεσμικής και λειτουργικής αποστείρωσης.
Το κοινό στοιχείο όλων αυτών των περιστατικών δεν είναι μόνο η τεχνική αστοχία. Είναι η απουσία σοβαρής, θεσμικής απάντησης μετά το γεγονός. Η έλλειψη εξηγήσεων, η απουσία ελέγχου και η αποφυγή ευθύνης δημιουργούν ένα επικίνδυνο περιβάλλον κανονικοποίησης της δυσλειτουργίας. Σε ένα κράτος που φιλοδοξεί να εμφανίζεται αξιόπιστο, ασφαλές και λειτουργικό, η επανάληψη τέτοιων συμβάντων χωρίς διαφάνεια και λογοδοσία δεν συνιστά απλώς πρόβλημα διοίκησης. Υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών και αποκαλύπτει ένα κράτος που αδυνατεί να προστατεύσει, να εξηγήσει και τελικά να εγγυηθεί τα στοιχειώδη.
































