Το δρόμο για την διαμόρφωση νέου τύπου capital και liquidity buffers, καθώς και για την ανατιμολόγηση του κινδύνου από τη χρηματοδότηση ενεργειακών, αμυντικών projects, καθώς και την επιτακτική αναγκαιότητα αυτοσυγκράτησης των τραπεζιτών, ανοίγει η νέα έκθεση ΕΚΤ-ΕΣΣΚ, καθώς αναδεικνύει τον γεωοικονομικό κατακερματισμό ως μείζονα κίνδυνο και κατατάσσει την Ελλάδα σε ομάδα χωρών αυξημένης ευαλωτότητας.
Η ΕΚΤ επιτέλους είπε δυνατά αυτό που καιρό ψιθυρίζουν οι αξιωματούχοι της πίσω από κλειστές πόρτες, υπό το φόβο μην τρομάξουν τις αγορές: Ο γεωοικονομικός κατακερματισμός αποτελεί δομικό κίνδυνο για το τραπεζικό σύστημα. Οι ελληνικές τράπεζες μάλιστα συγκαταλέγονται σε αυτές που εμφανίζουν αυξημένη ευαισθησία.
Όπως καταγράφεται με σαφήνεια στη νέα κοινή έκθεση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου, ο γεωοικονομικός κατακερματισμός έχει εξελιχθεί σε δομικό χαρακτηριστικό του διεθνούς οικονομικού περιβάλλοντος, με άμεσες και έμμεσες επιπτώσεις στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της ευρωζώνης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνολικά.
Η έκθεση τοποθετεί στο επίκεντρο την άνοδο της γεωπολιτικής αβεβαιότητας, την επιτάχυνση της αποπαγκοσμιοποίησης, τις κυρώσεις, τις ενεργειακές και εμπορικές ρήξεις και τη χρηματοπιστωτική αποσύνδεση μεταξύ γεωπολιτικών μπλοκ. Παρά το γεγονός ότι η μεταβλητότητα στις αγορές παρέμεινε έως τώρα σχετικά ελεγχόμενη, τα μοντέλα της ΕΚΤ δείχνουν σαφή αύξηση των καθοδικών κινδύνων για την οικονομική δραστηριότητα, με τον χρηματοπιστωτικό τομέα να λειτουργεί ως βασικός μηχανισμός μετάδοσης.
Στην έκθεση, η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες που εμφανίζουν αυξημένη ευαισθησία σε γεωπολιτικούς και γεωοικονομικούς κλυδωνισμούς, λόγω συνδυασμού διαρθρωτικών χαρακτηριστικών: υψηλότερου δημόσιου χρέους, αυξημένης εξάρτησης από την εξωτερική ζήτηση, αλλά και ιστορικά περιορισμένων περιθωρίων άσκησης αντικυκλικής πολιτικής. Ταυτόχρονα, όμως, το τραπεζικό σύστημα εισέρχεται σε αυτή τη φάση με σαφώς βελτιωμένη κεφαλαιακή βάση σε σχέση με το παρελθόν, στοιχείο που λειτουργεί ως κρίσιμος παράγοντας άμβλυνσης κινδύνων.
Έτσι μεταδίδονται οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι
Η έκθεση της ΕΚΤ–ESRB αναπτύσσει ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο παρακολούθησης γεωπολιτικών κινδύνων, βασισμένο σε περισσότερους από 40 δείκτες, που καλύπτουν πέντε βασικές κατηγορίες: στρατιωτικές συγκρούσεις, υποδομές και ενέργεια, εμπόριο και κυρώσεις, κεφάλαια και χρηματοπιστωτικές ροές, καθώς και πολιτικούς και κοινωνικούς παράγοντες.
Κεντρικό συμπέρασμα είναι ότι οι γεωπολιτικοί κλυδωνισμοί μεταδίδονται πρωτίστως μέσω του χρηματοπιστωτικού καναλιού. Η άνοδος της αβεβαιότητας οδηγεί σε αυστηρότερες χρηματοπιστωτικές συνθήκες, αύξηση ασφαλίστρων κινδύνου, περιορισμό της πιστωτικής επέκτασης και ενίσχυση της χρηματοπιστωτικής πίεσης. Τα αποτελέσματα αυτά δεν εμφανίζονται συμμετρικά, αλλά διαφοροποιούνται σημαντικά μεταξύ κρατών-μελών.
Οι πιο ανοικτές οικονομίες και εκείνες με υψηλότερο δημόσιο χρέος εμφανίζουν εντονότερες επιπτώσεις, καθώς οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι ενισχύουν μηχανισμούς ανατροφοδότησης μεταξύ αγοράς ομολόγων, τραπεζικού κόστους χρηματοδότησης και πραγματικής οικονομίας. Παράλληλα, η έκθεση καταγράφει μείωση της χρηματοπιστωτικής ολοκλήρωσης εντός της ευρωζώνης σε περιόδους έντασης, στοιχείο που αποδυναμώνει τη λειτουργία της νομισματικής πολιτικής και αυξάνει τις αποκλίσεις.
Η Ελλάδα στο μικροσκόπιο: Ευαλωτότητες και ιδιαιτερότητες
Στην ανάλυση των επιμέρους χωρών, η Ελλάδα εντάσσεται στην ομάδα κρατών που παρουσιάζουν ισχυρότερη αρνητική αντίδραση σε γεωπολιτικούς κλυδωνισμούς όσον αφορά την εμπιστοσύνη, το κόστος δανεισμού και την πιστωτική δραστηριότητα. Τα οικονομετρικά μοντέλα της έκθεσης δείχνουν ότι, σε σενάρια αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας, η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες όπου η πιστωτική συρρίκνωση είναι εντονότερη σε σύγκριση με τον μέσο όρο της ΕΕ.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η σύνδεση μεταξύ δημόσιου χρέους και τραπεζικού κινδύνου. Η έκθεση επιβεβαιώνει ότι χώρες με υψηλότερους λόγους χρέους προς ΑΕΠ εμφανίζουν ισχυρότερη μετάδοση της γεωπολιτικής αβεβαιότητας στη χρηματοπιστωτική πίεση. Για την Ελλάδα, αυτό μεταφράζεται σε αυξημένη ευαισθησία των spreads, του κόστους χρηματοδότησης και της διάθεσης ανάληψης κινδύνου από τις τράπεζες σε περιόδους διεθνούς έντασης.
Σε αντίθεση με προηγούμενες κρίσεις, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα εμφανίζει πλέον υψηλότερη κεφαλαιακή επάρκεια και μειωμένα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα, στοιχεία που σύμφωνα με την έκθεση λειτουργούν ως βασικός απορροφητής γεωπολιτικών σοκ. Οι τράπεζες με μεγαλύτερο «κεφαλαιακό περιθώριο» εμφανίζουν μικρότερη μείωση της πιστωτικής επέκτασης και χαμηλότερη αύξηση χρηματοπιστωτικής πίεσης.
Τραπεζική συμπεριφορά σε περιόδους γεωπολιτικής έντασης
Η έκθεση καταγράφει ένα σαφές μοτίβο προσαρμογής των τραπεζών σε περιβάλλον αυξημένου γεωπολιτικού κινδύνου. Οι τράπεζες, συμπεριλαμβανομένων των ελληνικών, τείνουν να περιορίζουν τη χορήγηση δανείων, ιδίως τις διασυνοριακές εκθέσεις, και να αναπροσανατολίζουν τους ισολογισμούς τους προς πιο «εγχώριες» τοποθετήσεις.
Αν και αυτή η στρατηγική μειώνει την έκθεση σε εξωτερικούς κλυδωνισμούς, περιορίζει ταυτόχρονα τη διεθνή διαφοροποίηση και αυξάνει τη συσχέτιση τραπεζών–εθνικής οικονομίας. Για την Ελλάδα, όπου η οικονομική δραστηριότητα παραμένει στενά συνδεδεμένη με συγκεκριμένους τομείς (τουρισμός, ναυτιλία, ενέργεια), αυτό ενέχει πρόσθετους μεσοπρόθεσμους κινδύνους συγκέντρωσης.
Η εμπειρία της ενεργειακής κρίσης μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η έκθεση δείχνει ότι οι τράπεζες περιόρισαν τόσο την πιθανότητα νέων δανειακών σχέσεων όσο και το μέσο ύψος των χορηγήσεων, ιδίως προς ενεργοβόρους κλάδους. Για τις ελληνικές τράπεζες, οι επιπτώσεις αυτές ήταν εντονότερες σε επιχειρήσεις με αυξημένη έκθεση στο ενεργειακό κόστος και στη διεθνή ζήτηση.
Χρειάζονται νέου τύπου… buffers
Η ενίσχυση της κεφαλαιακής βάσης και της ρευστότητας αναδεικνύεται ως κρίσιμος παράγοντας ανθεκτικότητας, ενώ η διαφοροποίηση χαρτοφυλακίων και η προσεκτική διαχείριση τομεακών εκθέσεων αποκτούν αυξημένη σημασία. Παράλληλα, η έκθεση υπογραμμίζει ότι η διατήρηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας δεν μπορεί να στηριχθεί αποκλειστικά στις τράπεζες, αλλά απαιτεί συντονισμό νομισματικής, δημοσιονομικής και μακροπροληπτικής πολιτικής.
Σε ένα περιβάλλον επιταχυνόμενου γεωοικονομικού κατακερματισμού, οι ελληνικές τράπεζες καλούνται να λειτουργήσουν όχι μόνο ως χρηματοδότες της ανάπτυξης, αλλά και ως βασικοί σταθεροποιητικοί μηχανισμοί της οικονομίας. Η νέα έκθεση της ΕΚΤ και του ESRB λειτουργεί, στην ουσία, ως έγκαιρη προειδοποίηση για μια περίοδο όπου η γεωπολιτική θα αποτελεί μόνιμο παράγοντα τραπεζικού ρίσκου και όχι εξωγενή εξαίρεση.
































