Νέα διάσταση αποκτά η κλιμάκωση των διατλαντικών εντάσεων μετά την απειλή Τραμπ για νέους δασμούς ως μοχλό πίεσης για προσάρτηση της Γροιλανδίας, καθώς εκφεύγει το πλαισίου επαναπροσδιορισμού των εμπορικών σχέσεων και κατανομής των πλεονασμάτων και περνά στη γεωπολιτική, γεγονός που δεν επιτρέπει στην Ευρώπη να υπαναχωρήσει και θεωρείται βέβαιο ότι αν το πράξει η απάντηση θα είναι σκληρή και άμεση.
Η τελευταία κλιμάκωση των διατλαντικών εμπορικών εντάσεων συνιστά σαφή απόκλιση από τις δασμολογικές συγκρούσεις των προηγούμενων ετών. Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση της Citi Research, οι λεγόμενοι δασμοί «Γροιλανδίας» που ανακοίνωσε ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ δεν στοχεύουν στην αναδιάρθρωση των εμπορικών ροών, αλλά εξυπηρετούν έναν καθαρά γεωπολιτικό σκοπό: την άσκηση πίεσης σε ευρωπαϊκές χώρες που αντιτίθενται στις αμερικανικές φιλοδοξίες επί της Γροιλανδίας. Αυτή η διαφοροποίηση, όπως επισημαίνει η Citi, μεταβάλλει ριζικά τόσο την αναμενόμενη ευρωπαϊκή αντίδραση όσο και τις μακροοικονομικές συνέπειες.
Σύμφωνα με την ανάλυση της Citi η εργαλειοποίηση των δασμών στο πλάισιο της γεωπολιτικής θολώνει τον ορίζοντα και περιορίζει δραστικά την προβλεψιμότητα, οδηγώντας ενδεχομένως σε αύξηση της νευρικότητας και αναγκάζοντας τις κεντρικές τράπεζες να αναπροσαρμόσουν τη στρατηγική τους, με στόχο την ενίσχυση των buffers.
Σε αντίθεση με τους δασμούς της «Ημέρας Απελευθέρωσης» του 2025, τους οποίους η Ευρώπη απορρόφησε σε μεγάλο βαθμό χωρίς ουσιαστικά αντίμετρα, τα μέτρα που συνδέονται με τη Γροιλανδία προκάλεσαν άμεση και ασυνήθιστα έντονη πολιτική αντίδραση σε ολόκληρη την ήπειρο. Η μετατόπιση αυτή έχει οικονομική σημασία. Η πιθανότητα ευρωπαϊκών αντιποίνων, σε συνδυασμό με την αναζωπύρωση της συζήτησης περί στρατηγικής αυτονομίας και άμυνας, μετατρέπει το σοκ από ένα κυρίως αρνητικό πλήγμα στη ζήτηση σε ένα πιο σύνθετο μείγμα επιδράσεων στη ζήτηση και την προσφορά, με τους πληθωριστικούς κινδύνους να κινούνται σαφώς ανοδικά.
Για το Ηνωμένο Βασίλειο, η εικόνα είναι αισθητά διαφορετική. Η εκτίμηση της Citi δείχνει ότι, παρά το ισχυρό συμβολικό και γεωπολιτικό φορτίο των δασμών, η άμεση μακροοικονομική τους επίδραση στη βρετανική οικονομία είναι περιορισμένη. Οι πιο ουσιαστικές συνέπειες για το Ηνωμένο Βασίλειο δεν εντοπίζονται στο εμπόριο, αλλά στην ευρύτερη στρατηγική αναπροσαρμογή που επιβάλλεται από την επιδείνωση των σχέσεων ΗΠΑ–Ευρώπης και από τους περιορισμούς της βρετανικής δημοσιονομικής και αμυντικής πολιτικής.
Ένα διαφορετικό είδος δασμολογικού σοκ
Οι δασμοί «Γροιλανδίας» περιλαμβάνουν την επιβολή πρόσθετου φόρου 10% στις αμερικανικές εισαγωγές από οκτώ ευρωπαϊκές χώρες – Δανία, Γερμανία, Γαλλία, Ολλανδία, Ηνωμένο Βασίλειο, Νορβηγία, Σουηδία και Φινλανδία – πέραν του υφιστάμενου 15% που εφαρμόζεται από το περασμένο καλοκαίρι σε ευρύ φάσμα ευρωπαϊκών προϊόντων. Ο πρόεδρος Τραμπ έχει προειδοποιήσει ότι το ποσοστό αυτό θα μπορούσε να αυξηθεί στο 25% έως το καλοκαίρι, εάν δεν επιτευχθεί συμφωνία.
Η Citi υπογραμμίζει ότι τα μέτρα αυτά διαφέρουν ποιοτικά από τους προηγούμενους γύρους δασμών. Είναι ρητά πολιτικά και όχι οικονομικά, καθώς αποσκοπούν στην προώθηση εδαφικών επιδιώξεων και όχι στη διόρθωση εμπορικών ανισορροπιών. Ως αποτέλεσμα, η ευρωπαϊκή αντίδραση υπήρξε ταχύτερη και πιο συγκρουσιακή. Οι ηγέτες της ΕΕ φέρονται να συμφώνησαν καταρχήν σε αντίμετρα που θα καλύπτουν εισαγωγές αμερικανικών προϊόντων ύψους 93 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί σε πάνω από το ένα τρίτο των συνολικών εισαγωγών της ΕΕ από τις ΗΠΑ (εξαιρουμένης της ενέργειας), ενώ η Γαλλία κάλεσε ανοιχτά στην εξέταση της ενεργοποίησης του Μηχανισμού Αντι-Εξαναγκασμού της ΕΕ.
Αυτό αυξάνει την πιθανότητα το σοκ να μην παραμείνει μονομερές πλήγμα στις ευρωπαϊκές εξαγωγές. Αντιθέτως, μπορεί να εξελιχθεί σε αμφίπλευρη εμπορική αντιπαράθεση, δημιουργώντας ταυτόχρονες διαταραχές στη ζήτηση και την προσφορά. Μακροοικονομικά, ένας τέτοιος συνδυασμός τείνει να είναι πιο πληθωριστικός από τον κυρίως ζήτησης χαρακτήρα των επιπτώσεων του 2025.
Περιορισμένο πλήγμα στην ανάπτυξη, αυξανόμενοι πληθωριστικοί κίνδυνοι
Οι προηγούμενες εκτιμήσεις της Citi έδειχναν ότι αύξηση κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες των αμερικανικών δασμών στα ευρωπαϊκά προϊόντα θα μπορούσε να αφαιρέσει περίπου 0,3 ποσοστιαίες μονάδες από το ΑΕΠ της Ευρωζώνης, με βάση τις συνήθεις ελαστικότητες του εμπορίου. Στην πράξη, ο συνολικός αντίκτυπος πέρυσι αποδείχθηκε πιο ήπιος, καθώς οι ανθεκτικές επενδύσεις αντιστάθμισαν σε μεγάλο βαθμό την επιβάρυνση από τις εξαγωγές, παρότι οι εξαγωγές αγαθών της Ευρωζώνης προς τις ΗΠΑ μειώθηκαν κατά περίπου 20% σε ετήσια βάση έως τον Νοέμβριο.
Αυτή τη φορά, ωστόσο, το περιβάλλον είναι λιγότερο ευνοϊκό. Η αβεβαιότητα στο εμπόριο επανέρχεται τη στιγμή που η εμπιστοσύνη των ευρωπαίων μεταποιητών είχε αρχίσει να ανακάμπτει. Ταυτόχρονα, η αυξημένη πιθανότητα ευρωπαϊκών αντιποίνων σημαίνει ότι οι δασμοί δύσκολα θα λειτουργήσουν ως καθαρό αρνητικό σοκ ζήτησης. Η ισορροπία των κινδύνων, σύμφωνα με τη Citi, μετατοπίζεται πλέον προς υψηλότερο πληθωρισμό, ακόμη και αν η βραχυπρόθεσμη επίδραση στην ανάπτυξη παραμένει οριακά αρνητική.
Καθοριστικής σημασίας είναι και η διεύρυνση του εύρους των πιθανών σεναρίων, γεγονός που αυξάνει τη μακροοικονομική μεταβλητότητα. Σε ένα διεθνές περιβάλλον που καθίσταται πιο ασταθές και συναλλακτικό, η πρόβλεψη για την ανάπτυξη και τον πληθωρισμό γίνεται δυσκολότερη, ενισχύοντας τα ασφάλιστρα κινδύνου στις αγορές.
Άμυνα και κοινά ευρωπαϊκά ομόλογα ξανά στο προσκήνιο
Πέραν του εμπορίου, το επεισόδιο της Γροιλανδίας ενισχύει το στρατηγικό επιχείρημα υπέρ της αύξησης των αμυντικών δαπανών στην Ευρώπη. Η Citi εκτιμά ότι η νέα δασμολογική απειλή λειτουργεί ως ακόμη ένα μήνυμα για τη μειούμενη αξιοπιστία της αμερικανικής ομπρέλας ασφάλειας, επιταχύνοντας την πορεία της Ευρώπης προς μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία.
Η δυναμική αυτή μπορεί να αποδειχθεί οικονομικά σημαντική. Η αύξηση των αμυντικών δαπανών θα στηρίξει την εγχώρια ζήτηση και τις επενδύσεις, αντισταθμίζοντας εν μέρει την αδυναμία των εξαγωγών. Παράλληλα, επαναφέρει στο προσκήνιο τη συζήτηση για κοινό ευρωπαϊκό δανεισμό ως αποδοτικό και αξιόπιστο εργαλείο χρηματοδότησης. Η Citi επισημαίνει την πρόσφατη έγκριση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή δανείων EU SAFE ύψους 38 δισ. ευρώ για κοινές αμυντικές προμήθειες ως πρώιμη ένδειξη αυτής της στροφής.
Σε βάθος χρόνου, οι εξελίξεις αυτές ενισχύουν τη δομική μεταβολή του ευρωπαϊκού οικονομικού μοντέλου. Κατά τη Citi, η Ευρώπη απομακρύνεται από ένα υπόδειγμα ανάπτυξης που βασίζεται στις εξαγωγές και στρέφεται προς ένα μοντέλο περισσότερο προσανατολισμένο στην εγχώρια ζήτηση και τις επενδύσεις. Αν και αυτό το μοντέλο ενδέχεται να μην προσφέρει θεαματικούς ρυθμούς ανάπτυξης, είναι πιθανό να αποδειχθεί πιο ανθεκτικό – και διαρθρωτικά πιο πληθωριστικό.
Η Κίνα ως παράγοντας πολυπλοκότητας
Η ποσοτικοποίηση του καθαρού αντίκτυπου παραμένει δύσκολη, όπως προειδοποιεί η Citi, διότι οι γεωπολιτικές προσαρμογές δρουν προς αντίθετες κατευθύνσεις. Από τη μία πλευρά, ένα ακόμη σοκ στο περιβάλλον ασφάλειας της Ευρώπης θα μπορούσε να πυροδοτήσει «μετασχηματιστικές» δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις, ενισχύοντας τόσο την ανάπτυξη όσο και τον πληθωρισμό. Από την άλλη, η επιδείνωση των σχέσεων με τις ΗΠΑ μπορεί να ωθήσει την Ευρώπη σε πιο ήπια στάση απέναντι στην Κίνα, ώστε να διασφαλίσει την πρόσβαση σε κρίσιμες πρώτες ύλες.
Ένα τέτοιο σενάριο θα ήταν αρνητικό τόσο για την ανάπτυξη όσο και για τον πληθωρισμό, σύμφωνα με τη Citi, ενώ ήδη διαφαίνονται ενδείξεις πιο πραγματιστικής προσέγγισης προς την Κίνα, όπως η πιο επιεικής στάση της ΕΕ στους δασμούς για τα κινεζικά ηλεκτρικά οχήματα. Η ισορροπία μεταξύ αυτών των δυνάμεων θα καθορίσει την μεσοπρόθεσμη πορεία της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Γιατί το Ηνωμένο Βασίλειο αποτελεί εξαίρεση
Για το Ηνωμένο Βασίλειο, τα συμπεράσματα της Citi είναι σαφώς πιο μετριοπαθή. Το διμερές εμπόριο με τις ΗΠΑ έχει ήδη υποχωρήσει έντονα – κατά 25,6% σε ετήσια βάση σε όρους αξίας έως τον Νοέμβριο του 2025 – χωρίς ουσιαστική μακροοικονομική επίπτωση. Ένας πρόσθετος δασμός 10% στις βρετανικές εξαγωγές θα επιβάρυνε το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών κατά 1,9–2 δισ. λίρες ετησίως και θα μείωνε το ΑΕΠ μόλις κατά 5–7 μονάδες βάσης.
Η Citi δεν αναμένει οικονομικά αντίμετρα από το Λονδίνο. Η κυβέρνηση έχει επιλέξει διπλωματική προσέγγιση, στάση που η Citi χαρακτηρίζει ρεαλιστική, δεδομένου του περιορισμένου οικονομικού οφέλους από μια εμπορική αντιπαράθεση και των στενών δημοσιονομικών περιθωρίων.
Στρατηγική πίεση χωρίς εύκολες επιλογές
Οι πιο σύνθετες επιπτώσεις για το Ηνωμένο Βασίλειο εντοπίζονται στην άμυνα και τη γεωπολιτική. Όπως και οι ευρωπαϊκές χώρες, η Βρετανία αντιμετωπίζει αυξανόμενη πίεση για ενίσχυση των αμυντικών δαπανών. Ωστόσο, σε αντίθεση με την ΕΕ, δεν διαθέτει υπερεθνικά χρηματοδοτικά εργαλεία όπως τα δάνεια EU SAFE. Η χρηματοδότηση πρόσθετων δαπανών θα απαιτούσε είτε αναθεώρηση του spending review είτε αυξημένη έκδοση κρατικών ομολόγων, επιλογές πολιτικά και χρηματοοικονομικά δύσκολες, ιδίως υπό το βάρος της ευαισθησίας των μακροπρόθεσμων αποδόσεων και της συζήτησης για τον δημοσιονομικό χώρο.
Παράλληλα, το Ηνωμένο Βασίλειο κινδυνεύει να βρεθεί σε ένα γεωπολιτικό «κενό» μεταξύ Ουάσιγκτον και Βρυξελλών. Αν και οι σχέσεις ΗΒ–ΕΕ έχουν βελτιωθεί σημαντικά τον τελευταίο χρόνο, η βαθύτερη ενοποίηση παραμένει πολιτικά εύθραυστη. Παρ’ όλα αυτά, η Citi εκτιμά ότι η σημερινή κυβέρνηση προσανατολίζεται σε στενότερη ευθυγράμμιση με την Ευρώπη, τάση που οι εντάσεις γύρω από τη Γροιλανδία είναι πιθανό να επιταχύνουν.
Οριακά αποπληθωριστική επίδραση για τη Βρετανία
Σε αντίθεση με την Ευρωζώνη, η Citi εκτιμά ότι το καθαρό αποτέλεσμα για τον πληθωρισμό στο Ηνωμένο Βασίλειο θα είναι ελαφρώς αποπληθωριστικό. Η ασθενέστερη αμερικανική ζήτηση, σε συνδυασμό με τη χαμηλή πιθανότητα βρετανικών αντιποίνων και τη μικρότερη αύξηση αμυντικών δαπανών, περιορίζει τους ανοδικούς πληθωριστικούς κινδύνους. Επιπλέον, η αποδυνάμωση της αντίληψης περί «ειδικής σχέσης» με τις ΗΠΑ ενδέχεται να ωθήσει τη Βρετανία σε μεγαλύτερη διαφοροποίηση του εμπορίου της, αυξάνοντας την έκθεση στις κινεζικές αγορές για ορυκτά και ηλεκτρικά οχήματα.
Η Citi θεωρεί αυτή τη διαφοροποίηση θετικό γεγονός από την πλευρά της προσφοράς για το Ηνωμένο Βασίλειο, επιβεβαιώνοντας την εκτίμηση ότι, παρά το γεωπολιτικό βάρος τους, οι δασμοί «Γροιλανδίας» είναι οικονομικά πολύ πιο καθοριστικοί για την Ευρώπη απ’ ό,τι για τη Βρετανία.































