Την ώρα που οι αγρότες παραμένουν στα μπλόκα και η ένταση με την κυβέρνηση κλιμακώνεται, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιχειρεί να αλλάξει το κάδρο της συζήτησης: αντί να απαντήσει καθαρά στο «εδώ και τώρα» του κόστους παραγωγής, της ρευστότητας και των αποζημιώσεων, ανεβάζει την κουβέντα σε ευρωπαϊκά δισεκατομμύρια και σε ορίζοντα… μετά το 2028. Με άλλα λόγια, την ίδια στιγμή που το πρόβλημα καίει σήμερα, το Μαξίμου μιλά για λεφτά που αφορούν το αύριο.
Σε ανάρτησή του, ο πρωθυπουργός επικαλέστηκε την πρωτοβουλία της Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για «άμεση κινητοποίηση σημαντικών πόρων ύψους 45 δισ. ευρώ» προς τον αγροτικό τομέα, στο πλαίσιο του νέου Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου 2028-2034. Το παρουσίασε μάλιστα ως απόδειξη ότι «η φωνή της Ελλάδας στην Ευρώπη ακούγεται πιο δυνατά και πιο καθαρά» και επανέλαβε ότι για την κυβέρνηση «το παρόν και το μέλλον του πρωτογενούς τομέα είναι εθνική προτεραιότητα».
Μόνο που εδώ αρχίζουν τα «θολά νερά». Τα 45 δισ. ευρώ παρουσιάζονται σαν απτή ενίσχυση για τους Έλληνες αγρότες, αλλά στην πραγματικότητα πρόκειται για ευρωπαϊκό σχεδιασμό που αφορά συνολικά την ΕΕ και –κυρίως– έχει χρονικό ορίζοντα 2028-2034. Δηλαδή, την ώρα που οι παραγωγοί ζητούν συγκεκριμένη ανάσα και καθαρές δεσμεύσεις για φέτος και του χρόνου, η κυβέρνηση ανεμίζει ένα ποσό που δεν λέει πόσο αναλογεί στην Ελλάδα, πότε θα φανεί στην τσέπη του αγρότη και με ποιους όρους. Έτσι, το «45 δισ.» λειτουργεί περισσότερο ως επικοινωνιακή ομπρέλα παρά ως απάντηση στα άμεσα αιτήματα.
Και κάπου εδώ έρχεται η πραγματικότητα των κυβερνητικών μέτρων, που ανακοινώθηκαν σε συνέντευξη Τύπου στο υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, με τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης Κωστή Χατζηδάκη και τους αρμόδιους υπουργούς.
Ο κ. Χατζηδάκης ξεκίνησε από το θέμα του ΟΠΕΚΕΠΕ, παρουσιάζοντας πίνακα πληρωμών και υποστηρίζοντας ότι «το 2025 έγιναν πληρωμές της τάξεως των 3,82 δισ. ευρώ». Παραδέχθηκε πάντως καθυστέρηση πληρωμών για έναν μήνα, ισχυριζόμενος ότι αν η κυβέρνηση προχωρούσε χωρίς συμφωνία με την Ευρωπαϊκή Ένωση υπήρχε κίνδυνος για νέα πρόστιμα ή ακόμη και μερική αναστολή. Στο ίδιο πλαίσιο, επέμεινε ότι «η χώρα θα λάβει ακριβώς τα ίδια χρήματα από τις Βρυξέλλες για απευθείας αγροτικές ενισχύσεις», ενώ παρουσίασε το νέο σύστημα ως πιο «δίκαιο», υποστηρίζοντας ότι οι «πραγματικοί παραγωγοί» θα βγουν κερδισμένοι. Ανέφερε επίσης ότι 7.004 ΑΦΜ έχουν σταλεί για διασταυρώσεις και ελέγχους.
Στο πρακτικό σκέλος, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης επισήμανε ότι λόγω των αυξημένων προϋποθέσεων του υβριδικού συστήματος δεν έχουν καταβληθεί έως σήμερα τα χρήματα του πυλώνα και ότι, μετά τους ελέγχους, το ποσό «θα διαμορφωθεί» στα 160 εκατ. ευρώ. Όπως είπε, θα μοιραστεί ισόποσα σε βαμβακοπαραγωγούς και κτηνοτρόφους, ενώ σε άλλο σημείο της εξειδίκευσης η κυβέρνηση το συνέδεσε με ενισχύσεις προς σιτοπαραγωγούς και βαμβακοπαραγωγούς, αφήνοντας θολή την τελική εικόνα για το πώς ακριβώς κατανέμεται και σε ποιους.
Ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης Κώστας Τσιάρας παρουσίασε, από την πλευρά του, μια λίστα έργων και παρεμβάσεων, λέγοντας ότι βρίσκονται σε εξέλιξη 98 έργα του ΠΑΑ με προϋπολογισμό περίπου 1 δισ. ευρώ, καθώς και 5 μεγάλα αρδευτικά έργα ΣΔΙΤ συνολικού ύψους 500 εκατ. ευρώ (Νέστος, Υπέρεια–Ορφανά, Ταυρωπός, λιμνοδεξαμενή Χοχλακιών, φράγμα Αγίου Ιωάννη στο Λασίθι και Μιναγιώτικο). Υποστήριξε επίσης ότι για πρώτη φορά μετά το 1984 καταγράφηκε θετικό αγροτικό ισοζύγιο και ότι οι εξαγωγές αγροδιατροφικών προϊόντων ξεπέρασαν τα 11,2 δισ. ευρώ.
Ως προς τα μέτρα, η κυβέρνηση ανακοίνωσε:
- Μείωση ΦΠΑ στις ζωοτροφές από 13% σε 6% από το 2021 και μείωση ΦΠΑ στα λιπάσματα από 13% σε 6% από το 2022.
- Μείωση 50% το 2026 και κατάργηση το 2027 του ΕΝΦΙΑ για κύριες κατοικίες σε οικισμούς έως 1.500 κατοίκους (και έως 1.700 σε περιοχές όπως Έβρος, Δυτική Μακεδονία κ.ά.).
- Επιστροφή του ειδικού φόρου κατανάλωσης (ΕΦΚ) αγροτικού πετρελαίου «στην αντλία», μέσω εφαρμογής στο κινητό, ώστε –όπως ειπώθηκε– να προμηθεύονται στο πρατήριο το πετρέλαιο με την τιμή που δικαιούνται.
- Μείωση της τιμής της κιλοβατώρας στα 8,5 λεπτά, με την κυβέρνηση να συνδέει το μέτρο με το τιμολόγιο ΓΑΙΑ και τη ΔΕΗ να επεκτείνει από 1ης Απριλίου 2026 την κάλυψη σταθερής τιμής για δύο έτη. Προϋπόθεση, ωστόσο, είναι να μην υπάρχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές, καθώς μόνο τότε η τιμή –όπως ειπώθηκε– «μειώνεται» στα 8,5 λεπτά/κιλοβατώρα.
- Θεσμοθέτηση από το 2025 της δυνατότητας ρυθμίσεων για «κόκκινα δάνεια» αγροτών και αγροτικών συνεταιρισμών που βρίσκονται σε ειδικούς εκκαθαριστές.
- Διάθεση ενισχύσεων 160 εκατ. ευρώ (με την κυβέρνηση να αναφέρεται σε σιτοπαραγωγούς και βαμβακοπαραγωγούς, ενώ ο κ. Χατζηδάκης μίλησε και για ισόποση κατανομή σε βαμβακοπαραγωγούς και κτηνοτρόφους).
- Αύξηση από το 2024 του επιδόματος μητρότητας στους αγρότες στους 9 μήνες, στο ύψος του κατώτατου μισθού.
- Τροποποίηση του κανονισμού του ΕΛΓΑ, με πρόβλεψη αποζημίωσης στο 100% της ασφαλιζόμενης αξίας από 80% σήμερα, χωρίς αύξηση της ασφαλιστικής εισφοράς.
Όμως το πρόβλημα δεν είναι μόνο το «τι» λέει η κυβέρνηση, αλλά το «πώς» και το «για ποιον». Στο πετρέλαιο, οι αγρότες ήδη προειδοποιούν ότι δεν γνωρίζουν ακριβώς πώς θα εφαρμοστεί το αφορολόγητο στην αντλία και αν θα συμπεριλαμβάνονται όλοι. Σε μια περίοδο που η ακρίβεια “τρώει” το εισόδημα και η ρευστότητα είναι μηδενική, το να κρεμιέται ένα κρίσιμο μέτρο από μια εφαρμογή και από διαδικαστικές λεπτομέρειες μοιάζει περισσότερο με μηχανισμό αποκλεισμών παρά με καθολική στήριξη.
Στο ρεύμα, η κυβέρνηση μιλά για μείωση της τιμής ανά κιλοβατώρα, αλλά οι αγρότες επισημαίνουν το ουσιαστικότερο: τα πάγια. Το αγροτικό ρεύμα αφορά κυρίως την άρδευση, καθώς κάθε γεώτρηση ή αντλία νερού έχει ξεχωριστή ηλεκτρική παροχή και αντίστοιχο πάγιο. Μέχρι πρότινος, πλήρωναν ετησίως 35 ευρώ ανά σημείο υδροληψίας, ενώ πλέον επιβλήθηκαν πάγια 12-20 ευρώ τον μήνα. Σε έναν κατακερματισμένο κλήρο με πολλά σημεία υδροληψίας, η “μείωση” στην κιλοβατώρα μπορεί να αποδειχθεί επικοινωνιακή, αν δεν αλλάξει το καθεστώς των παγίων που εκτόξευσε το τελικό κόστος.
Το μεγαλύτερο αγκάθι, ωστόσο, παραμένει ο ΕΛΓΑ. Η κυβέρνηση υπόσχεται αποζημιώσεις στο 100% για φυσικές καταστροφές, αλλά οι ίδιοι οι αγρότες επισημαίνουν το προφανές: για να υπάρξει πλήρης αποζημίωση, χρειάζεται επαρκής χρηματοδότηση. Τα δύο τελευταία χρόνια δόθηκαν 100 εκατ. ευρώ ετησίως από τον κρατικό προϋπολογισμό, ποσό που δεν επαρκεί, και ζητούν να εγγραφεί κονδύλι 300 εκατ. ευρώ ώστε να υπάρχει εγγύηση εφαρμογής. Χωρίς αυτό, η δέσμευση για «100%» μένει μια ωραία φράση –και οι αγρότες καλούνται να ρισκάρουν ότι «αύριο» θα τηρηθεί, αφού «σήμερα» θα έχουν αποχωρήσει από τα μπλόκα.
Ακόμη και στο “καθαρό” κομμάτι των 160 εκατ. ευρώ, οι ίδιοι οι αγρότες επισημαίνουν ότι τα κονδύλια για αναπλήρωση εισοδήματος σε βαμβάκι, σιτάρι και μηδική δεν τους ικανοποιούν και ζητούν αύξηση. Η εικόνα που σχηματίζεται είναι πως η κυβέρνηση προσπαθεί να κλείσει το θέμα με ένα πακέτο που μοιάζει περισσότερο με διαχείριση εντυπώσεων και λιγότερο με ουσιαστική αντιμετώπιση του κόστους παραγωγής και της ανθεκτικότητας του πρωτογενούς τομέα.
Και σαν να μην έφταναν αυτά, το Μαξίμου ανεβάζει τους τόνους αντί να ρίξει γέφυρες. Η κυβέρνηση επιχειρεί «με την εξειδίκευση των μέτρων» να δείξει ότι έχει «καλή διάθεση για συνεννόηση», αλλά στο ίδιο κάδρο εμφανίζεται να χαρακτηρίζει τη στάση των αγροτών «επιεικώς απαράδεκτη» και να μιλά για προβλήματα στον τουρισμό και σε άλλες κοινωνικές ομάδες. Οι ανακοινώσεις αποκτούν τη λογική έμμεσου τελεσιγράφου, με κυβερνητικές πηγές να διαμηνύουν ότι αν συνεχιστούν οι κινητοποιήσεις, από την Πέμπτη «όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοιχτά»: διοικητικά πρόστιμα για παρακώλυση συγκοινωνιών, ακόμη και παρουσία της αστυνομίας σε κεντρικά μπλόκα.
Με άλλα λόγια, η κυβέρνηση ζητά διάλογο, αλλά ταυτόχρονα απειλεί με πρόστιμα και καταστολή. Μιλά για «μειοψηφία» αγροτών, αλλά αποφεύγει να απαντήσει πειστικά γιατί τα μέτρα της έχουν τόσο πολλά κενά εφαρμογής, τόσους όρους και τόσα “θα”. Και ενώ ο πρωθυπουργός επικαλείται τα 45 δισ. ευρώ της ΕΕ ως πολιτικό άλλοθι, η πραγματική διαχείριση που παρουσιάζεται σήμερα έχει κλίμακα 160 εκατ. ευρώ –και μάλιστα μετά από καθυστερήσεις και «ελέγχους» που αναγνωρίζεται ότι άφησαν απλήρωτα χρήματα «έως σήμερα».
Οι αγρότες, από την πλευρά τους, δεν φαίνονται διατεθειμένοι να εγκαταλείψουν τα σχέδιά τους για 48ωρο μπλακ άουτ στις μετακινήσεις σε όλο το εθνικό οδικό δίκτυο την Πέμπτη και την Παρασκευή, εφόσον δεν μείνουν ικανοποιημένοι από την εξειδίκευση. Και, όπως λένε, αυτό θεωρούν πιθανό. Το σημείο που «πυροδοτεί» την όποια επικοινωνία, όπως υπογραμμίζουν, είναι ακριβώς οι απειλές για πρόστιμα και η κλιμάκωση της πόλωσης, που καθιστούν δύσκολη οποιαδήποτε προσέλευση σε διάλογο χωρίς να εκληφθεί ως υποχώρηση.
Τελικά, η κυβέρνηση επιλέγει να μιλήσει για το “μεγάλο ευρωπαϊκό αύριο” αντί να δώσει καθαρές απαντήσεις για το “δύσκολο ελληνικό σήμερα”. Και όσο επενδύει στην επικοινωνιακή λάμψη των δισεκατομμυρίων, τόσο ενισχύεται η αίσθηση ότι επιχειρεί να θολώσει τα νερά: να κάνει το 45 δισ. να σκεπάσει τα 160 εκατ., τις ασάφειες, τα πάγια, τις εφαρμογές, τις ελλείψεις χρηματοδότησης και –τελικά– την απουσία μιας αξιόπιστης, άμεσης δέσμευσης ότι αυτά που λέει σήμερα θα ισχύουν και αύριο.
































