Αποχρώσες ενδείξεις κρίσης εντοπίζονται πλέον -ακόμα και δια γυμνού οφθαλμού- στην υπόθεση παρεμβολών στο FIR Αθηνών την Κυριακή 4 Ιανουαρίου, πρόβλημα που τίνει να προσλάβει επικίδνυνες διαστάσεις και μπορεί να αποδειχθεί πλήγμα στην γεωστρατηγική και γεωοικονομική εικόνα της Ελλάδας διεθνώς.
Ενώ το πρόβλημα αποδίδεται -όπως όλα δείχνουν- σε τρίτους παράγοντες, η πολιτική ηγεσία φαίνεται να επιχειρεί να υποβαθμίσει και να ελέγξει τον εσωτερικό αντίκτυπο του θέματος, αγνοώντας ή αδιαφορώντας για τις ευρύτερες επιπτώσεις που θα μπορούσε να έχει.
Ειδικότερα, ο υπουργός Μεταφορών Χρίστος Δήμας ανέθεσε την ευθύνη για τη διερεύνηση του γεγονότος στην ΥΠΑ, την υπηρεσία που το υπέστη και εντός της οποίας διατάχθηκε ΕΔΕ, ενώ την ίδια στιγμή η Εισαγγελία έχει διατάξει παράλληλη έρευνα για την εμπλοκή τρίτων. Οι χειρισμοί όμως παραπέμπουν σε πρακτικές συγκάλυψης, εγείροντας ανησυχίες για πολιτικές μεθοδεύσεις.
Αυτή τη στιγμή, σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά, σε εξέλιξη βρίσκονται τρεις έρευνες, οι δύο εκ των οποίων έχουν ως σημείο αναφοράς τον διοικητή της ΥΠΑ και η μια τον προϊστάμενο της Εισαγγελίας Αθηνών.
Το ζήτημα είναι ότι το γεγονός είχε τέτοια έκταση, βάθος και διάρκεια που θεωρείται πρακτικά αδύνατο να αποτέλεσε πρόβλημα συστήματος, κάτι που άλλωστε υποηγραμμίζει και ο ΟΤΕ στις ανακοινώσεις του, ως διαχειριστής των κυκλωμάτων. Επιπροσθέτως, δεν επηρεάστηκαν οι συχνότητες της Πολεμικής Αεροπορίας, καταδεικνύοντας είτε ανώτερη υποδομή, είτε συσγκεκριμένη στόχευση, είτε και τα δύο.
Οι παρεμβολές
Καλά πληροφορημένες πηγές που μίλησαν στο Crisis Monitor με τον όρο της ανωνυμίας επισημαίνουν ότι τέτοιου είδους παρεμβολές είναι εφικτές μόνο με την ανάπτυξη σειράς ειδικών μηχανημάτων παρεμβολής σε όχι μεγάλη απόσταση από τους αναμεταδότες της ΥΠΑ. Οι ίδιες πηγές υποστηρίζουν ότι τελικά το πρόβλημα δεν επιλύθηκε ενεργητικά, αλλά παθητικά, δηλαδή σταμάτησαν οι παρεμβολές. Σε τέτοια περιστατικά όμως οι αρχές είναι δυνατόν να εντοπίσουν την πηγή των σημάτων και όπως έχει συμβεί στο παρελθόν να συλλάβουν τους δράστες. Στην προκειμένη περόπτωση όμως κάτι τέτοιο δεν έχει ανακοινωθεί, αλλά οι αρχές υποστηρίζουν ότι ακόμα διερευνούν το περιστατικό, όταν στην πρααγματικότητα τα όποια ίχνη προς διερεύνηση έχουν ήδη… σβηστεί.
Το περιστατικό όμως προκαλεί ακόμη μεγαλύτερη ανησυχία αν σκεφτεί κανείς ότι η Κομισιόν έχει ήδη παραπέμψει την Ελλάδα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για την μη έγκαιρη αναβάθμιση των συστημάτων αεροναυτιλίας για την αποτελεσματική και ασφαλή διαχείριση του FIR Αθηνών, καθώς και από την πεποίθηση ότι οι δράστες διέκοψαν τις παρεμβολές οικειοθελώς και συνεπώς μπορούν να τις επαναλάβουν.
Έτερη πηγή, μιλώντας στο Crisis Monitor επισήμανε ότι τα συστήματα της ΥΠΑ αν και απαρχαιομένης τεχνολογίας διαθέτουν δυνατότητς αντιμέτρων σε παρεμβολές, οι οποίες όμως αποδείχθηκαν κατώτερες των περιστάσεων.
Μήνυμα οι παρεμβολές;
Συνδυαστικά, προκύπτει ότι η ΥΠΑ και το υπουργείο Μεταφορών δεν έχουν πλήρη εικόνα της υπόθεσης, δεν γνωρίζουν την τεχνολογία που χρησιμοποιήθηκε για τις παρεμβολές, τους δράστες και τα κίνητρά τους και κάτι τέτοιο μπορεί να συμβεί ξανά χωρίς προειδοποίηση και χωρίς εγγυήσεις έγκαιρης αντιμετώπισης του προβλήματος. Υπ αυτό το πρίσμα οι παρεμβολές μπορούν να ερμηνευτούν ως μήνυμα στην Ελλάδα και την κυβέρνηση, εν μέσω εντεινόμενων αποσταθεροποιητικών πιέσεων σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη περίοδο.
Κίνδυνος για την επάρκεια της χώρας
Το ζήτημα όμως έχει και πτυχές που δεν είναι πάντα ορατές δια γυμνού οφθαλμού. Η Ελλάδα έχει την ευθύνη διαχείρισης εναέριου χώρου FIR Αθηνών, όταν όμως δηλώνει αδυναμία και τα εσωτερικά πρωτόκολλα ασφαλείας δεν επαρκούν, τότε οι διεθνείς οργανισμοί όπως η EASA και ο ICAO έχουν το δικαίωμα και την υποχρεώση να αναθέσουν την εποπτεία και διαχείριση του εναερίου χώρου της Ελλάδας σε γειτονικές χώρες και όπως αναφέρει σε ανάρτησή του και ο Ευάγγελος Βενιζέλος, στην περίπτωση του ICAO, μια τέτοια μπορεί να είναι και η Τουρκία.
Υπ αυτό το πρίσμα και όπως έχει εξ αρχής επισημάνει το Crisis Monitor η υπόθεση παρεμβολών στις ραδιοσυχνότητες, η αδυναμία ενεργοποίησης αντιμέτρων, η έλλειψη εναλλακτικών λύσεων και η πλήρης διακοπή των πτήσεων στο FIR Αθηνών έχει προεκτάσεις σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής και πλήττους ευθέως το γεωστρατηγικό αποτύπωμα της χώρας, ενώ εγείρουν ζήτημα ασφάλειας όχι μόνο των πτήσεων αλλά και της χώρας. Παράλληλα, η παραπομπή της Ελλάδας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο στις 5 Δεκεμβρίου για ακριβώς το ίδιο ζήτημα, από την Κομισιόν, και η επιχειρησιακή απόδειξη των ανησυχιών, οδηγούν σε βέβαιη καταδίκη και μπορούν συνδυαστικά να αποτελέσουν έναυσμα για την εκδήλωση προσπαθειών αμφισβήτησης εθνικής κυριαρχίας στη βάση ανεπάρκειας στην διαχείρισή της.
































