Η ευρωπαϊκή ενεργειακή μετάβαση συγκρούεται ολοένα και πιο έντονα με έναν σκληρό, υλικό περιορισμό: τα όρια των ηλεκτρικών δικτύων. Την ώρα που η δυναμικότητα των ΑΠΕ, τα σχέδια για αποθήκευση ενέργειας και οι νέες πηγές ζήτησης πολλαπλασιάζονται σε ολόκληρη την ήπειρο, οι υποδομές που απαιτούνται για τη σύνδεση, την εξισορρόπηση και τη μεταφορά της ηλεκτρικής ενέργειας δεν ακολουθούν τον ίδιο ρυθμό.
Μπορεί η Ευρώπη να επιμένει -ακόμη και εμμονικά- στην ενεργειακή μετάβαση, το ζήτημα όμως της έλλειψης της γηρασμένης υποδομής και έλλειψης ολοκληρωμένων επενδυτικών σχεδίων στα δίκτυα θέτει σκληρά όρια στην ταχύτητα και την αποτελεσματικότητα των σχεδιασμών.
Το πρόβλημα είναι γνωστό και η Κομισιόν έχει κάνει κινήσεις για την υπέρβασή του, χωρίς όμως νέους κανονισμούς, κοινοτικά και κρατικά κονδύλια και ολοκληρωμένες πολιτικές η Ευρώπη είναι καταδικασμένη να πετάει πράσινη ενέργεια την οποία πληρώνει ακριβά. Όπως έδειξε το black-out στην Ιβηρική, τα δίκτυα και οι διαχειριστές βρίσκονται αντιμέτωποι και με μια σειρά από λιγότερο εμφανή αλλά δυνητικά καταστροφικά ζητήματα επάρκειας υποδομών.
Το αποτέλεσμα είναι η διεύρυνση του χάσμος μεταξύ πολιτικής φιλοδοξίας και επιχειρησιακής υλοποίησης, με τις ουρές για σύνδεση στο δίκτυο να εκτείνονται σε ορισμένα κράτη-μέλη ακόμη και πέραν της επόμενης δεκαετίας.
Οι προειδοποιήσεις από το εσωτερικό του κλάδου γίνονται πλέον πιο άμεσες. Ο Bernard Gustin, διευθύνων σύμβουλος της Elia Group, μίας από τις μεγαλύτερες εταιρίες διαχείρισης δικτύων στην Ευρώπη, υποστηρίζει ότι το ισχύον σύστημα κατανομής συνδέσεων υπονομεύει τις σοβαρές επενδύσεις. Η προτεραιοποίηση των έργων με βάση τη χρονική στιγμή της αίτησης και όχι τον βαθμό ετοιμότητας έχει ως αποτέλεσμα τα δίκτυα να δεσμεύονται από κερδοσκοπικά ή ανώριμα έργα, καθυστερώντας υποδομές που είναι τεχνικά και χρηματοδοτικά έτοιμες να προσφέρουν πραγματική ισχύ.
Η συμφόρηση αυτή δεν αποτελεί πλέον περιφερειακό επιχειρησιακό πρόβλημα. Αναδεικνύεται σε συστημικό κίνδυνο για την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης, την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας και την ίδια τη στρατηγική απανθρακοποίησης, με απώλειες δισεκατομμυρίων ευρώ σε οικονομική αξία κάθε χρόνο.
Ουρές βασισμένες στην κερδοσκοπία και όχι στην υλοποίηση
Σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης, η πρόσβαση στο δίκτυο λειτουργεί με το μοντέλο «όποιος προλάβει πρώτος». Θεωρητικά, η αρχή αυτή εξασφαλίζει ίση μεταχείριση. Στην πράξη, όμως, δημιουργεί στρεβλά κίνητρα. Οι επενδυτές σπεύδουν να κατοχυρώσουν δυναμικότητα στο δίκτυο πολύ πριν ωριμάσουν τα έργα τους, καθώς η κατοχή μίας θέσης σύνδεσης έχει μετατραπεί σε περιουσιακό στοιχείο από μόνη της.
Το μέγεθος της ανισορροπίας είναι ενδεικτικό. Στο Βέλγιο, οι αιτήσεις για έργα αποθήκευσης ενέργειας υπερβαίνουν κατά περίπου δέκα φορές τις ανάγκες που προβλέπονται έως το 2030. Στη Γερμανία, τα αιτήματα σύνδεσης για μπαταρίες είναι σχεδόν διπλάσια από τις προβλέψεις των εθνικών σχεδίων ανάπτυξης δικτύου. Σε άλλες χώρες, η αναποτελεσματικότητα είναι ακόμη πιο εμφανής: στη Σλοβακία, περίπου το 50% της δεσμευμένης δυναμικότητας παραμένει ανεκμετάλλευτο.
Το αποτέλεσμα είναι ένα δίκτυο «παγωμένο» από έργα επί χάρτου. Κέντρα δεδομένων, μονάδες ΑΠΕ και συστήματα αποθήκευσης που έχουν ολοκληρώσει τις τεχνικές και χρηματοδοτικές τους προετοιμασίες αντιμετωπίζουν καθυστερήσεις πολλών ετών, όχι μόνο λόγω φυσικών περιορισμών, αλλά επειδή η διαθέσιμη χωρητικότητα έχει δεσμευτεί από έργα που ενδέχεται να μην υλοποιηθούν ποτέ.
Η πρόταση του Gustin είναι σαφής: η πρόσβαση στο δίκτυο πρέπει να μεταβεί στο μοντέλο «όποιος είναι έτοιμος πρώτος». Με άλλα λόγια, προτεραιότητα πρέπει να λαμβάνουν τα έργα που έχουν εξασφαλίσει άδειες, χρηματοδότηση και τεχνική ωριμότητα. Μία τέτοια αλλαγή θα περιόριζε άμεσα την κερδοσκοπική συμπεριφορά και θα απελευθέρωνε δυναμικότητα για επενδύσεις που στηρίζουν ουσιαστικά την ενεργειακή μετάβαση.
Κόστος συμφόρησης και απώλεια καθαρής ενέργειας
Οι οικονομικές επιπτώσεις της συμφόρησης στα δίκτυα είναι ήδη σοβαρές και αυξάνονται. Όταν η ηλεκτρική ενέργεια δεν μπορεί να μεταφερθεί από περιοχές πλεονάζουσας παραγωγής σε κέντρα ζήτησης, οι διαχειριστές αναγκάζονται να καταφεύγουν σε ακριβότερες πηγές, ακόμη και όταν φθηνότερη ανανεώσιμη ενέργεια περιορίζεται. Σύμφωνα με εκτιμήσεις σε επίπεδο ΕΕ, το κόστος αυτής της αναποτελεσματικότητας ξεπέρασε τα 5 δισ. ευρώ το 2022 και ενδέχεται να πενταπλασιαστεί έως το τέλος της δεκαετίας εάν δεν ληφθούν διορθωτικά μέτρα.
Η περικοπή παραγωγής από ΑΠΕ αποτελεί πλέον ένα από τα μεγαλύτερα παράδοξα της ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής. Η εγκατεστημένη ισχύς αιολικών και φωτοβολταϊκών αυξάνεται με ταχύτατους ρυθμούς, ωστόσο ολοένα και μεγαλύτερο μέρος της δυνητικής παραγωγής δεν φθάνει ποτέ στους καταναλωτές, καθώς τα δίκτυα δεν μπορούν να την απορροφήσουν ή να τη μεταφέρουν αποτελεσματικά. Σύμφωνα με ανάλυση της Elia, η εγκατάσταση των πρώτων 100 GW μπαταριών στην Ευρώπη θα μπορούσε να μειώσει την περικοπή ανανεώσιμης ενέργειας κατά περισσότερο από 10%, απελευθερώνοντας άμεσα πρόσθετη ηλεκτρική ισχύ για το σύστημα. Χωρίς όμως πρόσβαση στο δίκτυο, ακόμη και η αποθήκευση αδυνατεί να επιτελέσει τον εξισορροπητικό της ρόλο.
Η απώλεια είναι διττή: σπατάλη καθαρής ενέργειας στην πλευρά της προσφοράς και υψηλότερο κόστος ηλεκτρισμού στην πλευρά της ζήτησης, με άμεσες συνέπειες για τα νοικοκυριά, τη βιομηχανία και την κοινωνική αποδοχή της μετάβασης.
Ένα επενδυτικό κενό άνω του 1 τρισ. ευρώ
Στον πυρήνα του προβλήματος βρίσκεται η χρόνια υποεπένδυση. Για χρόνια, οι δαπάνες για τα δίκτυα παρέμεναν στάσιμες, ενώ η πολιτική επικεντρωνόταν σχεδόν αποκλειστικά στην ανάπτυξη ΑΠΕ. Αυτή η ανισορροπία επιχειρείται τώρα να διορθωθεί, αλλά σε πρωτοφανή κλίμακα. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι απαιτούνται περίπου 1,2 τρισ. ευρώ έως το 2040 για να στηριχθεί ο εξηλεκτρισμός, η απανθρακοποίηση και η διασύνδεση των ευρωπαϊκών αγορών.
Οι διαχειριστές δικτύων ανταποκρίνονται με επενδυτικά προγράμματα ιστορικού μεγέθους. Η Elia, για παράδειγμα, σχεδιάζει επενδύσεις άνω των 30 δισ. ευρώ έως το 2028, με το μεγαλύτερο μέρος να κατευθύνεται στη Γερμανία και το υπόλοιπο στο Βέλγιο. Οι πρόσθετες ανάγκες σύνδεσης από μπαταρίες, ΑΠΕ και κέντρα δεδομένων θα μπορούσαν να προσθέσουν ακόμη 10 δισ. ευρώ στο συνολικό κόστος.
Η δύσκολη εξίσωση κέρδους και… κοινωνικού χαρακτήρα
Η χρηματοδότηση αυτών των προγραμμάτων καθίσταται ολοένα και πιο σύνθετη. Οι ρυθμιστικές αρχές και οι κυβερνήσεις πιέζονται να συγκρατήσουν τα τιμολόγια ηλεκτρικής ενέργειας, την ώρα που τα δίκτυα απαιτούν τεράστιες κεφαλαιακές δαπάνες εκ των προτέρων. Οι αποδόσεις πρέπει να παραμείνουν ελκυστικές για τους επενδυτές, αλλά η κοινωνική ανοχή σε αυξήσεις τιμών είναι περιορισμένη. Η ένταση μεταξύ προσιτού κόστους και επενδυσιμότητας εξελίσσεται σε μία από τις κεντρικές προκλήσεις της ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής.
Αδειοδοτικές καθυστερήσεις και ρυθμιστικά εμπόδια
Οι επενδυτικοί κίνδυνοι εντείνονται από τις μακρές και αβέβαιες διαδικασίες αδειοδότησης. Σε χώρες όπως το Βέλγιο, η έγκριση μεγάλων έργων δικτύου μπορεί να απαιτήσει έως και οκτώ έτη. Σε αυτό το διάστημα, ο πληθωρισμός, το κόστος κατασκευής και οι χρηματοοικονομικές συνθήκες μεταβάλλονται δραστικά, υπονομεύοντας την οικονομική βιωσιμότητα και την εμπιστοσύνη των επενδυτών.
Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί αναγνωρίζουν πλέον το πρόβλημα. Η πρόσφατη ευρωπαϊκή νομοθεσία επιχειρεί να επιταχύνει τις διαδικασίες θέτοντας χρονικά όρια στις αδειοδοτήσεις και χαρακτηρίζοντας τα ενεργειακά έργα ως υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος. Παράλληλα, οι Βρυξέλλες προωθούν έναν πιο κεντρικό σχεδιασμό των υποδομών, με στόχο την ταχύτερη ανάπτυξη των δικτύων και τη δικαιότερη κατανομή του κόστους μεταξύ των κρατών-μελών.
Οι αρμόδιοι επίτροποι είναι σαφείς: οι συμφόρησεις και οι περικοπές παραγωγής καταστρέφουν ήδη τεράστια οικονομική αξία και, χωρίς διαρθρωτικές αλλαγές, οι απώλειες θα ενταθούν καθώς ο εξηλεκτρισμός της οικονομίας επιταχύνεται.
Ένα στρατηγικό σημείο ασφυξίας για την ευρωπαϊκή μετάβαση
Το ηλεκτρικό δίκτυο δεν αποτελεί πλέον παθητική υποδομή. Έχει μετατραπεί στο κεντρικό στρατηγικό σημείο ασφυξίας της ενεργειακής μετάβασης. Χωρίς αλλαγή στον τρόπο κατανομής της χωρητικότητας, στη χρηματοδότηση και στην αδειοδότηση, η Ευρώπη κινδυνεύει να μετατρέψει την επιτυχία των ΑΠΕ σε οικονομικό βάρος.
Η μετάβαση από το «όποιος προλάβει» στο «όποιος είναι έτοιμος» δεν αποτελεί τεχνική λεπτομέρεια. Αποτελεί ένδειξη ότι η ενεργειακή μετάβαση εισέρχεται σε μία πιο ώριμη και πειθαρχημένη φάση, όπου προτεραιότητα έχει η υλοποίηση και όχι η δήλωση προθέσεων. Σε συνδυασμό με ταχύτερες αδειοδοτήσεις, συντονισμένο σχεδιασμό και αξιόπιστα επενδυτικά πλαίσια, μπορεί να άρει ένα από τα σοβαρότερα εμπόδια που αντιμετωπίζει σήμερα η Ευρώπη.
Η εναλλακτική είναι ξεκάθαρη: μεγαλύτερες ουρές, υψηλότερο κόστος, χαμένη καθαρή ενέργεια και μία μετάβαση ολοένα και πιο αποσυνδεδεμένη από την οικονομική πραγματικότητα.































