Να ανοίξει εκ νέου δίαυλο επικοινωνίας με τον Ντόναλντ Τραμπ προσπαθεί ο πρόεδρος της Βενεζουέλας Νικολάς Μαδούρο, καθώς με νέο τηλεοπτικό διάγγελμά του ζητά την έναρξη συνομιλιών για τα ναρκωτικά.
Σε μια κίνηση επαναπροσέγγισης με τις ΗΠΑ ο Νικολάς Μαδούρο δήλωσε σε διάγγελμά του ότι είναι έτοιμος για απευθείας διάλογο με τις Ηνωμένες Πολιτείες υπό τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ. Η πρωτοβουλία έρχεται σε μια περίοδο αυξημένης στρατιωτικής, νομικής και οικονομικής πίεσης προς το Καράκας και διατυπώνεται προσεκτικά όχι ως πολιτική υποχώρηση, αλλά ως πραγματιστική, θεματική συνεργασία σε ζητήματα αμοιβαίου ενδιαφέροντος.
Ο Τραμπ έχει αναπτύξει αεροπλανοφόρο και πλοία κρούσης στην περιοχή, επιτίθεται σε σκάφη -που εικάζεται ότι μεταφέρουν ναρκωτικά- και έχει επιβάλλει κυρώσεις και οιονεί ναυτικό αποκλεισμό καταλαμβάνοντας και τάνκερ που μεταφέρουν καύσιμα, με στόχο να προκαλέσει οικονομική ασφυξία στη χώρα και να ενδυναμώσει την αντιπολίτευση για να ανατρέψει τον Μαδούρο.
Να σημειωθεί ότι σε προηγούμενη επικοινωνία Τραμπ – Μαδούρο είχε διαρρεύσει ότι ο πρόεδρος της Βενεζουέλας είχε ζητήσει ασφαλή έξοδο και ακαταδίωκτο για τον ίδιο και κορυφαία στελέχη της ομάδας του, ενώ ο Τραμπ αρνήθηκε. Οι διαρροές δεν επιβεβαιώνονται και θεωρείται ότι εξυπηρετούν την προσπάθεια του Τραμπ να αποδομήσει τη δημόσια εικόνα του Μαδούρο, τον οποίο έχει επικηρύξει ως τρομοκράτη και έμπορο ναρκωτικών.
Η συγκυρία είναι κρίσιμη. Η δεύτερη προεδρική θητεία του Τραμπ χαρακτηρίζεται από σκληρότερη γραμμή έναντι της Βενεζουέλας, με συνδυασμό κυρώσεων, διευρυμένων νομικών ενεργειών κατά στελεχών του καθεστώτος και επιχειρήσεων με στρατιωτικό αποτύπωμα που συνδέονται με την καταπολέμηση της διακίνησης ναρκωτικών. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ρητορική του Μαδούρο επιδιώκει να προβάλει ψυχραιμία, διαθεσιμότητα και ορθολογισμό, αποφεύγοντας κάθε ένδειξη ευαλωτότητας ή απομάκρυνσης από το πάγιο αντι-αμερικανικό αφήγημα.
Αυτό που διαμορφώνεται δεν συνιστά επαναφορά των σχέσεων, αλλά μια τακτική αναπροσαρμογή. Το Καράκας φαίνεται να δοκιμάζει εάν στενά οριοθετημένες τεχνικές συνομιλίες μπορούν να συνυπάρξουν με τη διαρκή αμερικανική πίεση και εάν μια περιορισμένη εμπλοκή μπορεί να μειώσει άμεσους κινδύνους χωρίς να μεταβάλει τη συνολική στρατηγική αντιπαράθεση των δύο κυβερνήσεων.
Τι έθεσε πραγματικά στο τραπέζι ο Μαδούρο
Σε συνέντευξη στη δημόσια τηλεόραση, που μεταδόθηκε την 1η Ιανουαρίου, ο Μαδούρο δήλωσε ότι είναι έτοιμος να συνομιλήσει με Αμερικανούς αξιωματούχους «όπου θέλουν και όποτε θέλουν». Προσδιόρισε ρητά ως πιθανά θέματα τη διακίνηση ναρκωτικών, το πετρέλαιο και τη μετανάστευση, υπογραμμίζοντας την ανάγκη να «ξεκινήσουν σοβαρές συνομιλίες» και δηλώνοντας ότι η Βενεζουέλα είναι έτοιμη να «διαπραγματευτεί σοβαρά μια συμφωνία για την καταπολέμηση της διακίνησης ναρκωτικών».
Η έμφαση δεν ήταν τυχαία. Ο Μαδούρο απέφυγε κάθε αναφορά σε εκλογές, δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις ή ζητήματα πολιτικής νομιμοποίησης, παρουσιάζοντας τη Βενεζουέλα ως αναγκαίο συνομιλητή σε διακρατικά ζητήματα ασφάλειας και οικονομίας. Τα κρατικά μέσα ενίσχυσαν αυτό το πλαίσιο, προβάλλοντας τον διάλογο ως τεχνική συνεργασία μεταξύ κρατών και όχι ως εξομάλυνση πολιτικών σχέσεων.
Η γλώσσα αυτή εξυπηρετεί και αμυντικό σκοπό. Με την προβολή της συνεργασίας κατά των ναρκωτικών και της μετανάστευσης, το Καράκας επιχειρεί να αμφισβητήσει την εικόνα της «ναρκο-κρατικής» οντότητας, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα τα πεδία όπου η αμερικανική πίεση είναι ισχυρότερη.
Το κανάλι Τραμπ – Μαδούρο: περιορισμένη επαφή, αυξανόμενη τριβή
Ο Μαδούρο επιβεβαίωσε ότι η απευθείας επαφή του με τον Τραμπ υπήρξε ελάχιστη, κάνοντας λόγο μόνο για ένα τηλεφώνημα γύρω στις 12 Νοεμβρίου. Το χαρακτήρισε «φιλικό» και «ευχάριστο», σημείωσε όμως ότι οι μεταγενέστερες ενέργειες των ΗΠΑ ήταν «όχι ευχάριστες», αναφορά που παραπέμπει σαφώς στην κλιμάκωση της πίεσης που ακολούθησε.
Από την επιστροφή του Τραμπ στον Λευκό Οίκο, οι Ηνωμένες Πολιτείες αύξησαν τα ποσά επικήρυξης που συνδέονται με τον Μαδούρο, διεύρυναν τρομοκρατικούς χαρακτηρισμούς που αφορούν βενεζουελάνικους παράγοντες και εξουσιοδότησαν στρατιωτικές ενέργειες κατά επιλεγμένων στόχων διακίνησης ναρκωτικών που συνδέονται με τη χώρα. Τα μέτρα αυτά ενισχύουν μια στρατηγική διαρκούς εξαναγκασμού, ακόμη και όταν αφήνεται ρητορικά ανοιχτό το ενδεχόμενο διαλόγου.
Το αποτέλεσμα είναι μια έντονη ασυμμετρία. Η Ουάσινγκτον αφήνει να εννοηθεί ότι συνομιλίες είναι δυνατές, αλλά μόνο από θέση συντριπτικής ισχύος. Το Καράκας, από την πλευρά του, δηλώνει ανοικτό, επιμένοντας όμως ότι δεν θα διαπραγματευτεί υπό απειλή ούτε θα εγκαταλείψει τον βασικό πολιτικό του προσανατολισμό.
Στρατιωτική πίεση και η σκιά της επίθεσης στο λιμάνι
Οι δηλώσεις του Μαδούρο ακολούθησαν λίγες ημέρες μετά τον ισχυρισμό του προέδρου Τραμπ ότι οι ΗΠΑ πραγματοποίησαν πλήγμα σε λιμενική εγκατάσταση της Βενεζουέλας, η οποία φέρεται να χρησιμοποιούνταν για τη φόρτωση σκαφών με ναρκωτικά. Η επιχείρηση, που αποδόθηκε ευρέως σε εμπλοκή της CIA, παρουσιάστηκε από την Ουάσινγκτον ως μέρος μιας ευρύτερης ναυτικής και ενδεχομένως χερσαίας εκστρατείας κατά υποδομών διακίνησης ναρκωτικών που συνδέονται με τη Βενεζουέλα.
Το Καράκας δεν επιβεβαίωσε ούτε διέψευσε την επίθεση. Ο Μαδούρο απέφυγε να απαντήσει ευθέως, επαναλαμβάνοντας ότι δεν επιθυμεί πόλεμο με τις Ηνωμένες Πολιτείες και ότι στηρίζει ειρηνικές σχέσεις και συνεργασία. Η ασάφεια είναι στρατηγική. Η επιβεβαίωση θα μπορούσε να εκληφθεί ως ένδειξη αδυναμίας, ενώ η πλήρης διάψευση ενδέχεται να προκαλέσει περαιτέρω κλιμάκωση.
Το επεισόδιο αναδεικνύει την κεντρική αντίφαση της συγκυρίας: εκκλήσεις για διάλογο που συνυπάρχουν με επιχειρήσεις στρατιωτικού χαρακτήρα. Οποιαδήποτε συνομιλία θα διεξαχθεί υπό τη σιωπηρή απειλή νέων πληγμάτων.
Το πιθανό εύρος των διαπραγματεύσεων
Τόσο ο Μαδούρο όσο και τα κρατικά μέσα της Βενεζουέλας περιγράφουν σταθερά τις πιθανές συνομιλίες ως στενά τεχνικές. Το επίκεντρο θα μπορούσε να περιλαμβάνει συνεργασία κατά της διακίνησης ναρκωτικών και αυτού που το Καράκας αποκαλεί «ναρκο-τρομοκρατία», συζητήσεις για εξαγωγές πετρελαίου και τη σταδιακή ή επιλεκτική άρση κυρώσεων, καθώς και τη διαχείριση των παράτυπων μεταναστευτικών ροών προς τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Παράλληλα, ο Μαδούρο συνεχίζει να κατηγορεί την Ουάσινγκτον ότι επιδιώκει αλλαγή καθεστώτος και έλεγχο των πετρελαϊκών πόρων της Βενεζουέλας μέσω κυρώσεων, στρατιωτικής πίεσης και νομικών εργαλείων, όπως διώξεις και επικήρυξεις. Αυτή η διπλή αφήγηση επιτρέπει στο Καράκας να δικαιολογεί την εμπλοκή χωρίς να παραχωρεί ιδεολογικό έδαφος.
Για την Ουάσινγκτον, η δομή αυτή είναι εξίσου λειτουργική. Θεματικές συνομιλίες μπορούν να προχωρήσουν χωρίς άρση των βασικών κυρώσεων ή χαλάρωση της πίεσης, διατηρώντας το μέγιστο δυνατό διαπραγματευτικό πλεονέκτημα και αποσπώντας συνεργασία όπου κρίνεται χρήσιμη.
Γεωπολιτικές και γεωοικονομικές επιπτώσεις
Υπό τον Τραμπ, η αμερικανική προσέγγιση συνδυάζει «μαστίγιο» και περιορισμένα «καρότα». Κυρώσεις, επικήρυξεις και πλήγματα διατηρούν την πίεση, ενώ η επιλεκτική εμπλοκή σε ζητήματα ναρκωτικών ή ενέργειας προσφέρει συναλλακτικά οφέλη χωρίς πολιτική εξομάλυνση. Το μοντέλο αυτό περιορίζει τις παραχωρήσεις και δοκιμάζει κατά πόσο ο Μαδούρο μπορεί να προσφέρει απτά ανταλλάγματα.
Για το Καράκας, ακόμη και διερευνητικός διάλογος ενέχει δυνητικά οφέλη. Μπορεί να δημιουργήσει περιθώριο σταθεροποίησης των πετρελαϊκών εσόδων μέσω μερικής άρσης κυρώσεων, να μειώσει τον άμεσο κίνδυνο νέων αμερικανικών πληγμάτων και να στείλει μήνυμα πραγματισμού προς εταίρους όπως η Ρωσία, η Κίνα και το Ιράν, χωρίς εγκατάλειψη της αντι-ιμπεριαλιστικής στάσης.
Η ισορροπία παραμένει εύθραυστη. Οι συνομιλίες, εφόσον ξεκινήσουν, δεν θα σηματοδοτήσουν ύφεση, αλλά μια ελεγχόμενη αντιπαράθεση. Η πρωτοβουλία του Μαδούρο συνιστά πρωτίστως διαχείριση κινδύνου υπό πίεση, όχι συμφιλίωση. Το κατά πόσο η Ουάσινγκτον θα διακρίνει επαρκή αξία σε μια περιορισμένη εμπλοκή ώστε να συγκρατήσει την κλιμάκωση θα καθορίσει την επόμενη φάση μιας ήδη ασταθούς σχέσης.
































