Η προσεχής συνεδρίαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας δεν αναμένεται να φέρει εκπλήξεις στα επιτόκια, όμως δεν θα είναι και μια «αδιάφορη» στάση. Το βασικό διακύβευμα, σύμφωνα με το Liquid Insight της Bank of America, δεν είναι η κίνηση του Δεκεμβρίου αλλά το πώς η ΕΚΤ θα ισορροπήσει ανάμεσα σε μια οικονομία που παραμένει εύθραυστη και σε έναν πληθωρισμό που δείχνει να επιστρέφει κοντά στον στόχο, χωρίς να αφήσει να ανοίξει ρωγμή στην αξιοπιστία της. Με τις αγορές να τιμολογούν πληθωρισμό κάτω από το 2% για χρόνια, αλλά παράλληλα να «βλέπουν» αυξήσεις επιτοκίων αργότερα, η επικοινωνία της Lagarde και οι νέες προβλέψεις αποκτούν μεγαλύτερο βάρος από την ίδια την απόφαση για τα επιτόκια.
Η εκτίμηση είναι πως η Ευρωζώνη δεν πατά ακόμη σε στέρεο έδαφος: η δραστηριότητα παραμένει υποτονική, τα «μαλακά» στοιχεία δεν δίνουν καθαρό σήμα βελτίωσης και οι επιπτώσεις από την προεξόφληση του πρώτου εξαμήνου του 2025 δεν έχουν απορροφηθεί πλήρως. Την ίδια στιγμή, η άνοδος του πληθωρισμού που φάνηκε τον Σεπτέμβριο θεωρείται πιθανό να ξεθωριάσει, ενώ η σύσφιξη που προήλθε μέσω ισοτιμιών και πραγματικών επιτοκίων ισοδυναμεί, όπως σημειώνεται, με 1-2 αυξήσεις επιτοκίων από τη συνεδρίαση του Ιουνίου.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ανάλυση «βλέπει» τον Δεκέμβριο ως μια συνεδρίαση χαμηλότερων τόνων: μηδενική μεταβολή επιτοκίων και μόνο μικρές διορθώσεις στην επικοινωνία. Οι νέες προβλέψεις εκτιμάται ότι θα δείξουν ελαφρώς καλύτερη βραχυπρόθεσμη ανάπτυξη και μικρότερη απόκλιση του πληθωρισμού από τον στόχο το επόμενο έτος, με την ίδια τη Lagarde να επιμένει στη γνωστή γραμμή «συνεδρίαση με συνεδρίαση» και χωρίς προ-δεσμεύσεις. Ωστόσο, το κείμενο αφήνει να φανεί ότι η ΕΚΤ δεν θέλει -ακόμη- να κηρύξει λήξη στον κύκλο μειώσεων, ενώ πολύ περισσότερο δεν θέλει να ανοίξει συζήτηση για αυξήσεις, ακόμη κι αν στο εσωτερικό του Δ.Σ. υπάρχουν φωνές που θεωρούν ότι η χαλάρωση έχει ολοκληρωθεί.
Ο «ελέφαντας στο δωμάτιο» είναι η μικρή αλλά επίμονη απόκλιση του πληθωρισμού από τον στόχο σε όλο τον ορίζοντα προβλέψεων, πιθανόν μέχρι και το 2028. Η Lagarde αναμένεται να το υποβαθμίσει, προβάλλοντας ότι η απόκλιση είναι περιορισμένη και ότι ο βραχυπρόθεσμος πληθωρισμός πλησιάζει τον στόχο, με τον βασικό πληθωρισμό να ευθυγραμμίζεται το 2026. Παρ’ όλα αυτά, η ίδια η ύπαρξη μιας διαρκούς απόκλισης έχει κόστος: ανοίγει ξανά τη συζήτηση για το πόσο καλά «αγκυρώνονται» οι προσδοκίες και πόσο συμμετρικά λειτουργεί η πολιτική της κεντρικής τράπεζας.
Εκεί ακριβώς εντοπίζεται και η ένταση που περιγράφει η ανάλυση: οι αγορές τιμολογούν πληθωρισμό κάτω από τον στόχο για τα επόμενα έξι χρόνια, αλλά ταυτόχρονα προεξοφλούν αυξήσεις επιτοκίων από τα τέλη του 2026. Η ασυμβατότητα αυτών των δύο παραδοχών τροφοδοτεί την ιδέα ότι η ΕΚΤ δεν εφαρμόζει πλήρως συμμετρική πολιτική, ενώ παραπέμπεται και σε σχετικά διαγράμματα του Philip Lane που «δείχνουν» ανάλογη αδυναμία αγκύρωσης. Με βάση τη στρατηγική της ΕΚΤ, το κρίσιμο θα είναι το «όριο πόνου» που είναι διατεθειμένη να αντέξει η τράπεζα σε περίπτωση απόκλισης από τον στόχο, και παρότι ο Δεκέμβριος δεν θεωρείται το σημείο καμπής, οι τρέχουσες τιμολογήσεις θα βάλουν ξανά το θέμα της αξιοπιστίας στο επίκεντρο.
Στις προβλέψεις, αναγνωρίζεται υψηλή αβεβαιότητα. Το γερμανικό δημοσιονομικό πακέτο και η αναβολή του ETS2 αναμένεται να επηρεάσουν το βραχυπρόθεσμο αποτέλεσμα, με την ανάπτυξη του 2025 να αναβαθμίζεται και την πρόβλεψη για το 2026 να ενισχύεται στο 1,1%. Οι χαμηλότερες τιμές ενέργειας πιέζουν τον γενικό δείκτη, όμως η δυναμική του βασικού πληθωρισμού και η ισχυρότερη ανάπτυξη κρατούν την πρόβλεψη για το 2026 σταθερή ή οριακά υψηλότερη, ενώ για το 2027-2028 το ETS2 περιγράφεται ως καθοριστικός παράγοντας.
Στο δια ταύτα, η ανάλυση επιμένει σε μια μείωση επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης τον Μάρτιο του 2026, ως την τελευταία του κύκλου, χωρίς να αποκλείει ότι οι κίνδυνοι θα μπορούσαν να οδηγήσουν ακόμη και σε δεύτερη. Αν η γερμανική δημοσιονομική ώθηση αποδώσει μέχρι τον Ιούνιο 2026, η ΕΚΤ μπορεί να αποφύγει μειώσεις, όμως το πλαίσιο «αντοχής στον πόνο» αφήνει ανοιχτή την πιθανότητα δύο μειώσεων μέσα στους επόμενους 18 μήνες.
Τέλος, σε αγορές και συνάλλαγμα αρχίζει να φαίνεται απόκλιση στις παγκόσμιες καμπύλες, με το ευρώ να «εξομαλύνεται» λόγω σκληρότερων δηλώσεων μελών της ΕΚΤ, γερμανικής αισιοδοξίας και τοποθετήσεων. Παράλληλα, το βραχυπρόθεσμο σήμα για το ευρώ παραμένει αρνητικό, κυρίως απέναντι στη λίρα και τα σκανδιναβικά νομίσματα, με τις τοποθετήσεις να είναι περιορισμένες. Οι προβλέψεις που καταγράφονται τοποθετούν το EUR/USD στο 1,22 ως το τέλος του 2026, το EUR/JPY στο 189 και το EUR/GBP στο 0,84.
































