Η ΕΕ χρηματοδότησε με περισσότερα από 11 δισ. ευρώ την καταπολέμηση της πείνας στην υποσαχάρια Αφρική την τελευταία δεκαετία, όμως η σημερινή εικόνα δείχνει ότι ο αντίκτυπος αυτής της βοήθειας παραμένει περιορισμένος. Παρά την κλίμακα των πόρων και τον κεντρικό ρόλο της Ένωσης στις διεθνείς προσπάθειες, οι πιο ευάλωτες περιοχές δεν ωφελήθηκαν όσο θα ανέμενε κανείς, ενώ το πρόβλημα του υποσιτισμού συνεχίζει να διευρύνεται. Αυτό προκύπτει από τα ευρήματα του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου και τις ιδιαίτερα αιχμηρές επισημάνσεις της Bettina Jakobsen στη σημερινή παρουσίαση της σχετικής έκθεσης.
Η Bettina Jakobsen, παρουσιάζοντας την έκθεση, δεν μάσησε τα λόγια της: με τον σημερινό ρυθμό, ο στόχος «μηδενική πείνα» το 2030 θα παραμείνει «μακρινό όνειρο». Αυτό δεν είναι υπερβολή. Από το 2014 έως το 2024 η ΕΕ διέθεσε πάνω από 23 δισ. ευρώ για επισιτιστική ασφάλεια, εκ των οποίων τα 11 δισ. στην υποσαχάρια Αφρική. Κι όμως, ο αριθμός των ανθρώπων που χρειάζονται επείγουσα βοήθεια αυξήθηκε, τα ποσοστά υποσιτισμού παραμένουν σταθερά υψηλά και πάνω από 37,7 εκατ. παιδιά συνεχίζουν να υποφέρουν από σοβαρή δυσθρεψία.
Το βασικό πρόβλημα, σύμφωνα με το ΕΕΣ, είναι ότι η Επιτροπή απλώς δεν γνωρίζει με ακρίβεια πού βρίσκονται οι μεγαλύτερες ανάγκες. Δεν διαθέτει ενιαία μεθοδολογία προτεραιοποίησης· δεν χρησιμοποιεί σαφή κριτήρια για να ιεραρχήσει περιοχές ή κοινότητες· δεν έχει ολοκληρωμένο μηχανισμό για να αξιολογήσει ποια έργα αποδίδουν και ποια όχι. Το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακά απλό: τεράστια χρηματοδότηση κατευθύνεται σε προγράμματα που συχνά δεν βρίσκονται εκεί όπου η πείνα είναι πιο οξεία.
Η εικόνα στο πεδίο, όπως καταγράφεται από τις αποστολές του ΕΕΣ στην Αιθιοπία, την Κένυα και τη Ζάμπια, είναι ακόμη πιο αποκαρδιωτική. Έργα σχεδιάζονται χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι τοπικές πραγματικότητες – οι κλιματικοί κίνδυνοι, η αστάθεια, η αδύναμη κρατική διοίκηση, τα εμπόδια πρόσβασης. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ο σχεδιασμός ήταν τόσο αποκομμένος από το περιβάλλον εφαρμογής, ώστε ο αντίκτυπος εξαφανίστηκε λίγους μήνες μετά τη λήξη της ευρωπαϊκής χρηματοδότησης.
Εξίσου προβληματική είναι η παρακολούθηση: πολλά έργα δεν είχαν αξιόπιστα στοιχεία για την πρόοδο, την αποτελεσματικότητα ή τη βιωσιμότητα. Σε αρκετές περιπτώσεις, η Επιτροπή δεν μπορούσε να αποδείξει τι ακριβώς επιτεύχθηκε. Η Jakobsen τόνισε ότι «η βοήθεια της ΕΕ πρέπει να στοχεύει καλύτερα και να προσαρμόζεται περισσότερο στις τοπικές συνθήκες. Διαφορετικά, απλώς επιστρέφουμε στο ίδιο σημείο, χρόνο με τον χρόνο».
Οι απαντήσεις της Επιτροπής αναγνωρίζουν κάποια ευρήματα, αλλά διατηρούν αποστάσεις από την κριτική του ΕΕΣ. Επιμένουν ότι οι εξωτερικοί παράγοντες – πόλεμοι, ξηρασίες, οικονομικές κρίσεις – περιορίζουν τα περιθώρια δράσης. Σωστό, αλλά όχι αρκετό. Η πραγματικότητα είναι ότι η ΕΕ συνεχίζει να λειτουργεί με μια διάσπαρτη λογική «όλα για όλους», χωρίς επιχειρησιακό πυλώνα που να αντιμετωπίζει τις ρίζες της πείνας: την αδύναμη αγροτική παραγωγικότητα, την έλλειψη υποδομών, την επισφαλή διακυβέρνηση.
Το ΕΕΣ καλεί πλέον ανοιχτά την Επιτροπή να κάνει ό,τι μέχρι σήμερα απέφευγε: να θεσπίσει σαφή κριτήρια στόχευσης και να χαρτογραφήσει με ακρίβεια τις περιοχές με τη μεγαλύτερη ανάγκη. Η απουσία ενός ενιαίου πλαισίου προτεραιοποίησης οδηγεί σε γενικευμένες παρεμβάσεις που δεν «πιάνουν τόπο». Το Συνέδριο ζητά από την Κομισιόν να εγκαταλείψει την προσέγγιση της διάχυτης χρηματοδότησης και να υιοθετήσει έναν πιο αυστηρό μηχανισμό κατανομής πόρων – ώστε τα κονδύλια να πηγαίνουν πρώτα εκεί όπου ο κίνδυνος υποσιτισμού είναι πραγματικά οξύς.
Παράλληλα, το ΕΕΣ επισημαίνει ότι η ίδια η αρχιτεκτονική των έργων χρειάζεται ριζική αναθεώρηση. Ζητά καλύτερο σχεδιασμό, με μεγαλύτερη ενσωμάτωση των τοπικών συνθηκών, των γεωγραφικών ιδιαιτεροτήτων και των δομικών αδυναμιών των χωρών-εταίρων. Υπογραμμίζει επίσης ότι η σύνδεση ανάμεσα στην ανθρωπιστική βοήθεια, την αναπτυξιακή στήριξη και τις δράσεις ειρήνης παραμένει αδύναμη – με αποτέλεσμα τα έργα να λειτουργούν συχνά αποκομμένα από το ευρύτερο περιβάλλον αστάθειας που τα υπονομεύει.
Τέλος, το Συνέδριο επιμένει ότι χωρίς αξιόπιστη παρακολούθηση και μέτρηση αποτελεσμάτων, κάθε επόμενο βήμα της ΕΕ θα παραμένει «στο σκοτάδι». Ζητά πιο αυστηρά συστήματα reporting, καλύτερη συλλογή δεδομένων στο πεδίο, ανεξάρτητες αξιολογήσεις και μηχανισμούς που θα διασφαλίζουν τη βιωσιμότητα των παρεμβάσεων μετά το τέλος της ευρωπαϊκής χρηματοδότησης. Η ουσία της κριτικής είναι σαφής: Aν η ΕΕ θέλει πραγματικό αντίκτυπο και όχι απλώς υψηλούς προϋπολογισμούς, πρέπει να αλλάξει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζει, παρακολουθεί και αποτιμά τις δράσεις της στην υποσαχάρια Αφρική.
































