Με δηλώσεις που προκάλεσαν αμηχανία και σκεπτικισμό μεταξύ των κορυφαίων στελεχών της ασφαλιστικής αγοράς, ο υφυπουργός Υγείας Μάριος Θεμιστοκλέους παρουσίασε ένα όραμα σύμπραξης δημοσίου και ιδιωτικού τομέα στον χώρο της υγείας, το οποίο ωστόσο δεν στηρίζεται σε θεσμικό ή λειτουργικό υπόβαθρο.
Μιλώντας στο συνέδριο της Ένωσης Αναλογιστών Ελλάδος, ο υφυπουργός κάλεσε τους διευθύνοντες συμβούλους των Εθνικής Ασφαλιστικής, Generali και Interamerican να εντάξουν στα ασφαλιστικά τους πακέτα υπηρεσίες δημοσίων νοσοκομείων, παραβλέποντας το γεγονός ότι το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο δεν επιτρέπει κάτι τέτοιο.
Η παρέμβαση του κ. Θεμιστοκλέους – ο οποίος λειτουργεί επικοινωνιακά ως προέκταση του υπουργού Υγείας Άδωνι Γεωργιάδη – αποτυπώνει περισσότερο πολιτική πρόθεση παρά ρεαλιστική κυβερνητική στρατηγική. Παρουσιάστηκε μια προοπτική συνεργασίας δημόσιων νοσοκομείων με ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρίες, χωρίς ωστόσο να υπάρχει το παραμικρό τεχνικό, θεσμικό ή οικονομικό σχέδιο που να καθιστά τη συνεργασία αυτή εφικτή.
Νομοθετικά και διοικητικά κενά
Η κυβερνητική ρητορική περί συμπράξεων (ΣΔΙΤ) στον χώρο της υγείας παραμένει σε επίπεδο εξαγγελιών. Μέχρι σήμερα δεν έχει εκπονηθεί σχέδιο που να προβλέπει την παραχώρηση κλινών δημοσίων νοσοκομείων προς χρήση από ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρίες, ούτε έχει προσδιοριστεί το πλαίσιο αποζημίωσης των νοσοκομείων για τέτοιες υπηρεσίες. Επιπλέον, δεν υπάρχει ΦΕΚ που να κατοχυρώνει τέτοιου είδους συμβάσεις, ούτε καν προκαταρκτικό σχέδιο ανά νοσοκομείο για το εύρος και τη φύση των παρεχόμενων υπηρεσιών.
Τα ανωτέρω αποτελούν θεμελιώδη προαπαιτούμενα για κάθε μορφή συνεργασίας δημοσίου-ιδιωτικού τομέα. Η απουσία τους μετατρέπει τη συζήτηση σε επικοινωνιακή άσκηση, αποκομμένη από την πραγματικότητα του δημόσιου συστήματος υγείας και των διοικητικών του περιορισμών.
ΣΔΙΤ χωρίς προϋποθέσεις και χωρίς επενδυτικά εργαλεία
Αναγνωρίζοντας ο ίδιος ότι η Ελλάδα καταγράφει από τις υψηλότερες ιδιωτικές δαπάνες υγείας στην Ευρώπη, ο υφυπουργός επικαλέστηκε την έλλειψη συνεργασιών με τον ιδιωτικό τομέα ως έναν από τους βασικούς λόγους αυτής της ανισορροπίας. Παρ’ όλα αυτά, δεν παρουσίασε κανένα συγκεκριμένο κυβερνητικό σχέδιο ή χρηματοδοτικό εργαλείο που να καθιστά δυνατή την υλοποίηση του σεναρίου. Δεν αναφέρθηκαν ούτε τα δημόσια νοσοκομεία που θα μπορούσαν να ενταχθούν πιλοτικά στο πρόγραμμα, ούτε οι πηγές χρηματοδότησης ή επενδυτικά κονδύλια που θα στηρίξουν μια τέτοια μεταρρύθμιση.
Η απουσία συγκεκριμένων δεδομένων, μελετών σκοπιμότητας και χρονοδιαγραμμάτων καθιστά τις προτάσεις του υπουργείου περισσότερο θεωρητικές παρά επιχειρησιακές, εντείνοντας την αίσθηση αναντιστοιχίας μεταξύ ρητορικής και πραγματικότητας.
DRGs στα λόγια, επιβάρυνση για τις ασφαλιστικές στην πράξη
Η κατάσταση περιπλέκεται ακόμη περισσότερο από την καθυστέρηση εφαρμογής των DRGs (Diagnosis Related Groups), του μηχανισμού κοστολόγησης νοσηλειών που αποτελεί κεντρικό εργαλείο εξορθολογισμού του κόστους στις ιδιωτικές και δημόσιες δομές. Παρά τις διαβεβαιώσεις του υπουργού Υγείας Άδωνι Γεωργιάδη – ο οποίος είχε δηλώσει στο Crisis Monitor ότι το σύστημα θα τεθεί σε εφαρμογή από τις αρχές του νέου έτους – πληροφορίες αναφέρουν ότι η πλήρης εφαρμογή του μετατίθεται για μετά το 2027.
Η καθυστέρηση αυτή σημαίνει ότι το κόστος των νοσηλειών στις ιδιωτικές κλινικές θα παραμείνει υψηλό, μετακυλίοντας τελικά την επιβάρυνση στις ασφαλιστικές εταιρίες και, κατ’ επέκταση, στους ασφαλισμένους.
Ένα «ενιαίο σύστημα» μόνο στα λόγια
Ο υφυπουργός έκλεισε την ομιλία του δηλώνοντας ότι «δεν υπάρχει δημόσιο και ιδιωτικό σύστημα υγείας, αλλά ένα ενιαίο σύστημα». Η δήλωση αυτή, αν και πολιτικά εύηχη, απέχει από την πραγματικότητα: η θεσμική, λειτουργική και χρηματοδοτική διάκριση μεταξύ των δύο τομέων παραμένει χαώδης. Η έλλειψη μηχανισμών διασύνδεσης, κοινών προτύπων ποιότητας και σαφούς πλαισίου αμοιβών καθιστά ανέφικτη οποιαδήποτε ουσιαστική συνεργασία, τουλάχιστον με τα σημερινά δεδομένα.






























