Σε μια σαφή απομάκρυνση από την παλαιότερη στάση του απέναντι στη Μόσχα, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ έχει αρχίσει να «σφίγγει τα λουριά» στον Βλαντιμίρ Πούτιν — όχι μόνο επιτρέποντας και στηρίζοντας ουκρανικές επιθέσεις βαθιά στο ρωσικό έδαφος, αλλά και με τη “διαφήμιση” της αλλαγής στρατηγικής μέσω των Financial Times.
Σύμφωνα με δημοσίευμα των Financial Times, οι Ηνωμένες Πολιτείες συνδράμουν εδώ και μήνες την Ουκρανία στην εκτέλεση επιθέσεων μεγάλης εμβέλειας κατά ρωσικών ενεργειακών εγκαταστάσεων. Οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών έχουν παράσχει κρίσιμα δεδομένα στο Κίεβο, επιτρέποντας την αναγνώριση, χαρτογράφηση και πλήξη ζωτικών ρωσικών στόχων — συμπεριλαμβανομένων διυλιστηρίων που βρίσκονται πολύ πέραν της γραμμής του μετώπου.
Ο συγχρονισμός, ο συντονισμός και η επικοινωνιακή διάσταση αυτής της κίνησης σηματοδοτούν μια νέα φάση στην αμερικανική στρατηγική που στοχεύει στην αποδυνάμωση της ρωσικής οικονομίας και την εξαναγκασμό του Κρεμλίνου σε διαπραγμάτευση.
Αρκετοί Αμερικανοί και Ουκρανοί αξιωματούχοι επιβεβαίωσαν ότι οι πληροφορίες αυτές κατεύθυναν τις ουκρανικές επιχειρήσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη, καθορίζοντας τη διαδρομή, το ύψος πτήσης και τον χρόνο προσβολής ώστε να αποφεύγονται τα ρωσικά αντιαεροπορικά συστήματα.
Οι επιθέσεις αυτές, που εντάθηκαν από τα μέσα του καλοκαιριού, έχουν προκαλέσει σοβαρές διαταραχές στην παραγωγική ικανότητα της Ρωσίας — άνω του 1 εκατομμυρίου βαρελιών ημερησίως — αναγκάζοντας τη Μόσχα να περιορίσει τις εξαγωγές ντίζελ και να στραφεί σε εισαγωγές καυσίμων από τη Λευκορωσία και την Κίνα. Τουλάχιστον 16 από τα 38 ρωσικά διυλιστήρια έχουν δεχθεί πλήγματα, μερικά επανειλημμένα, στο πλαίσιο μιας εκστρατείας οικονομικής φθοράς χωρίς προηγούμενο.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι ο Ντόναλντ Τραμπ δεν υπαναχώρηση από την αρχική γραμμή προσέγγισης με τη Ρωσία αλλά αναγκάζεται να υιοθετήσει το δόγμα Μπάιντεν και να ακολουθήσει τους Ευρωπαίους στη σκληρή στρατηγική κατά της Μόσχας.
Από την επιφύλαξη στη συναίνεση
Η στροφή του Τραμπ προς πιο ενεργό υποστήριξη του Κιέβου, σύμφωνα με το ρεπορτάζ της FT, καθορίστηκε μετά από τηλεφωνική επικοινωνία τον Ιούλιο με τον πρόεδρο της Ουκρανίας, Βολοντίμιρ Ζελένσκι. Κατά τη συνομιλία, ο Τραμπ φέρεται να ρώτησε αν η Ουκρανία θα μπορούσε να πλήξει τη Μόσχα «εφόσον η Ουάσινγκτον της παρείχε όπλα μεγάλης εμβέλειας». Μετά την κλήση εκείνη, η ροή πληροφοριών από τις ΗΠΑ προς το Κίεβο αυξήθηκε «με νέο επίπεδο εξειδίκευσης», επιτρέποντας την πιο ακριβή χαρτογράφηση των ρωσικών αμυνών και τον εντοπισμό ευπαθών σημείων.
Πηγές της FT αναφέρουν ότι ο Αμερικανός πρόεδρος «έδειξε τη στήριξή του σε μια στρατηγική που θα κάνει τους Ρώσους να αισθανθούν τον πόνο». Ο Λευκός Οίκος στη συνέχεια επιχείρησε να υποβαθμίσει τη σημασία της φράσης, δηλώνοντας πως ο Τραμπ «απλώς έκανε μια ερώτηση», ωστόσο η ένταση και η αποτελεσματικότητα των επιθέσεων δείχνουν ότι η αλλαγή στάσης ήταν ουσιαστική και συνειδητή.
Πλήγματα στην καρδιά της ρωσικής πολεμικής οικονομίας
Πίσω από αυτή τη μεταστροφή βρίσκεται μια καθαρή επιδίωξη: να πληγεί ο οικονομικός πυρήνας της ρωσικής πολεμικής μηχανής. Οι αμερικανικές υπηρεσίες, σύμφωνα με το ρεπορτάζ, έχουν καθορίσει προτεραιότητες στόχων για τις ουκρανικές δυνάμεις, με έμφαση σε ενεργειακές υποδομές — διυλιστήρια, αγωγούς και εγκαταστάσεις καυσίμων — που στηρίζουν τόσο τον ρωσικό στρατό όσο και τα κρατικά έσοδα. Ένας αξιωματούχος περιέγραψε τις ουκρανικές δυνάμεις drones ως «το εργαλείο με το οποίο η Ουάσιγκτον αποδυναμώνει την οικονομία της Ρωσίας».
Η πρόσφατη επίθεση στο διυλιστήριο Bashneft-UNPZ στην Ουφά, περίπου 1.400 χιλιόμετρα από τα ουκρανικά σύνορα, καταδεικνύει την ακτίνα δράσης και την αυτοπεποίθηση της ουκρανικής στρατηγικής. Κάθε πλήγμα κατά της ενεργειακής υποδομής της Ρωσίας λειτουργεί τόσο σε επιχειρησιακό όσο και σε συμβολικό επίπεδο — αποδυναμώνει τις γραμμές ανεφοδιασμού και ταυτόχρονα εκθέτει την ευαλωτότητα της ρωσικής ενδοχώρας.
Η επικοινωνία ως στρατηγικό όπλο
Αυτό που διαφοροποιεί τη νέα αυτή φάση είναι η δημόσια προβολή της. Η επιλογή να δημοσιοποιηθούν μέσω του Financial Times κρίσιμες λεπτομέρειες για τον ρόλο των αμερικανικών υπηρεσιών δεν είναι τυχαία· αποτελεί συνειδητή επικοινωνιακή στρατηγική. Η διαρροή εξυπηρετεί διπλό σκοπό: εσωτερικά, επανατοποθετεί τον Τραμπ ως ηγέτη που δεν είναι «ήπιος» απέναντι στη Ρωσία, αλλά αντιθέτως εφαρμόζει ένα πολύπλευρο σχέδιο πίεσης· διεθνώς, στέλνει σαφές μήνυμα στη Μόσχα ότι οι ΗΠΑ όχι μόνο στηρίζουν ενεργά την Ουκρανία, αλλά και δεν διστάζουν να δημοσιοποιήσουν τη συμμετοχή τους στην αποδυνάμωση της ρωσικής οικονομίας.
Η δημοσιότητα των πληροφοριών αυτών λειτουργεί έτσι ως μέσο ψυχολογικού και διπλωματικού πολέμου, με στόχο να υπονομεύσει την εμπιστοσύνη του Κρεμλίνου στις ίδιες του τις άμυνες και να επηρεάσει τις αγορές ενέργειας και την αντίληψη των συμμάχων του Πούτιν.
Στρατηγική πίεση με πολιτικό υπόβαθρο
Η απόφαση του Τραμπ να εντείνει τη συνεργασία με το Κίεβο, ενώ παράλληλα δηλώνει δημοσίως ότι επιδιώκει «να σταματήσει τον πόλεμο», εντάσσεται σε μια κλασική διπλωματία «καρότου και μαστιγίου». Ενισχύοντας την οικονομική πίεση ενώ αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο διαπραγματεύσεων, η Ουάσιγκτον επιχειρεί να μειώσει τη διαπραγματευτική ισχύ της Μόσχας χωρίς να εμπλακεί άμεσα στη σύγκρουση.
Η συνειδητή αποκάλυψη της αμερικανικής εμπλοκής — τόσο σε στρατιωτικό όσο και σε επικοινωνιακό επίπεδο — αποκαλύπτει μια στρατηγική ελεγχόμενης αντιπαράθεσης. Το μήνυμα είναι σαφές: η περίοδος ανοχής προς τον Πούτιν έχει τελειώσει.
































