Η πολιτική κρίση στη Γαλλία βαθαίνει επικίνδυνα, καθώς ο πρωθυπουργός Sebastien Lecornu υπέβαλε την παραίτησή του μόλις 14 ώρες μετά τον σχηματισμό της νέας κυβέρνησης, βυθίζοντας τη χώρα σε νέα περίοδο αστάθειας και προκαλώντας σοκ στις αγορές.
Η αποχώρησή του, πρωτοφανής στα χρονικά της Πέμπτης Δημοκρατίας, εντείνει τα σενάρια για διάλυση της Εθνοσυνέλευσης και πρόωρες εκλογές, ενώ οι αγορές αντιδρούν με έντονη νευρικότητα.
Η σύνθεση του νέου υπουργικού συμβουλίου, που ανακοινώθηκε την Κυριακή, προκάλεσε αντιδράσεις τόσο εντός του προεδρικού στρατοπέδου όσο και στην αντιπολίτευση. Παρά το γεγονός ότι ο Emmanuel Macron επιδίωξε να σηματοδοτήσει συνέχεια και σταθερότητα, η επιλογή να διατηρήσει τους περισσότερους υπουργούς των προηγούμενων κυβερνήσεων θεωρήθηκε αποτυχία «ρήξης» με το παρελθόν. Ο επαναδιορισμένος υπουργός Εσωτερικών Bruno Retailleau μίλησε για κυβέρνηση που «δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συγκυρίας», ενώ ο ηγέτης των Σοσιαλιστών Olivier Faure προειδοποίησε ότι «το κυβερνών μπλοκ καταρρέει και η νομιμοποίησή του έχει χαθεί».
Από την πλευρά της, η Εθνική Συσπείρωση κάλεσε ανοιχτά τον Macron να διαλύσει τη Βουλή, με τον Jordan Bardella να δηλώνει πως «δεν μπορεί να υπάρξει επιστροφή στη σταθερότητα χωρίς επιστροφή στις κάλπες». Πολιτικοί αναλυτές εκτιμούν ότι η πρόωρη προσφυγή στις κάλπες είναι πλέον σχεδόν αναπόφευκτη, καθώς ο Lecornu βρέθηκε αντιμέτωπος με το ίδιο αδιέξοδο που οδήγησε στην πτώση των προκατόχων του – ένα διαλυμένο κοινοβουλευτικό τοπίο και την αδυναμία ψήφισης προϋπολογισμού με περικοπές και αυξήσεις φόρων για τη μείωση του μεγαλύτερου ελλείμματος της Ευρωζώνης.
Η αντίδραση στις αγορές
Η παραίτηση του Lecornu επέφερε ισχυρό σοκ στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Ο δείκτης CAC 40 υποχώρησε έως και 2%, καταγράφοντας τη χειρότερη επίδοση στην Ευρώπη, ενώ οι μετοχές των μεγάλων τραπεζών –BNP Paribas, Société Générale και Crédit Agricole– βρέθηκαν σε πτώση 4% έως 5%. Ένα καλάθι μετοχών της Barclays που περιλαμβάνει επιχειρήσεις με ισχυρή έκθεση στη γαλλική αγορά κατέγραψε απώλειες 3,8%, ενώ το ευρώ υποχώρησε κατά 0,7%, στα 1,1665 δολάρια.
Η αστάθεια αντικατοπτρίστηκε και στις αγορές ομολόγων, όπου οι αποδόσεις των 10ετών τίτλων εκτινάχθηκαν έως το 3,61%. Η διαφορά από τα γερμανικά bunds –το βασικό μέτρο του δημοσιονομικού κινδύνου στην Ευρωζώνη– ξεπέρασε τις 89 μονάδες βάσης, το υψηλότερο επίπεδο του έτους. Όπως προειδοποίησε ο Luigi Buttiglione της LB Macro, η Γαλλία «οδεύει προς το άγνωστο», με την επιχειρηματική εμπιστοσύνη να δέχεται νέο πλήγμα και τις επιπτώσεις να απειλούν να εξαπλωθούν σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Οι οίκοι αξιολόγησης παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις. Η Moody’s διατηρεί τη βαθμολογία Aa3 με σταθερή προοπτική, ενώ η S&P αξιολογεί τη Γαλλία σε AA- με αρνητικό outlook, λίγες εβδομάδες πριν τις επόμενες επισκοπήσεις τους. Αναλυτές όπως ο Vincent Juvyns της ING προβλέπουν ότι, σε περίπτωση διάλυσης της Βουλής, το spread μπορεί να φτάσει ή και να ξεπεράσει τις 100 μονάδες βάσης – εξέλιξη που θα εδραίωνε την εικόνα μιας χώρας σε πολιτική παράλυση και με ραγισμένη εμπιστοσύνη από τις αγορές.
Σε αυτό το κλίμα αβεβαιότητας, ο Macron καλείται να διαχειριστεί τη σοβαρότερη κρίση της προεδρίας του – μια κρίση που δεν αφορά μόνο τη διακυβέρνηση, αλλά και την ικανότητα της Γαλλίας να παραμείνει πυλώνας σταθερότητας στην Ευρωζώνη.































