Την επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης προανήγγειλε από την Ουάσιγκτον ο Ταγίπ Ερντογάν, ενώπιον του Ντόναλντ Τραμπ, καθώς τη συμπεριλαμβάνει στη νέα όδευση των διμερών σχέσεων.
Η δήλωση του Τούρκου προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην Ουάσιγκτον, παρουσία του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, ότι η Άγκυρα είναι «έτοιμη να κάνει ό,τι χρειαστεί» για τη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, σηματοδοτεί μια στρατηγική μετατόπιση με πολλαπλές αναγνώσεις.
Η αναφορά του ότι με την επιστροφή του στην Τουρκία έχει προγραμματισμένη συνάντηση με τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο, αποκτά πρόσθετη βαρύτητα αν ληφθεί υπόψη το ευρύτερο πολιτικό και γεωπολιτικό πλαίσιο.
Η δήλωση του Ερντογάν δεν έγινε τυχαία. Προηγήθηκε η επίσκεψη του Πατριάρχη Βαρθολομαίου στον Λευκό Οίκο, συνοδευόμενου από τον Αρχιεπίσκοπο Αμερικής Ελπιδοφόρο, γεγονός που ενίσχυσε την εικόνα της επιρροής που ασκούν οι πνευματικοί ηγέτες και η ελληνική ομογένεια στον ίδιο τον Τραμπ. Η τοποθέτηση του Τούρκου προέδρου ενώπιον των δημοσιογράφων και με τον Τραμπ δίπλα του αποτελεί σαφή αναγνώριση της βαρύτητας αυτού του δικτύου επιρροής.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι ο Ερντογάν αναφέρθηκε δημόσια με το όνομα του Οικουμενικού Πατριάρχη, σε μια κίνηση που εμπεριέχει θεσμική αναγνώριση, την ώρα που λίγες μέρες νωρίτερα είχε αδειάσει τον Έλληνα πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, ματαιώνοντας τη συνάντησή τους στη Νέα Υόρκη, παρότι η ελληνική πλευρά είχε δεχθεί να γίνει στο Turkish House.
Έτσι, ο Ταγίπ Ερντογάν φαίνεται προσφέρει ο ίδιος την επαναλειτουργία της Σχολής της Χάλκης σε μια κίνηση καλής θέλησης και όχι να την κερδίζει η ελληνική πλευρά. Παράλληά, επιδεικνύει τις καλές του σχέσεις με ορθόδοξους ηγέτες που εκτιμά και σέβεται ο Τραμπ σε αντίστιξη με την απαξίωση που επέδειξε προς το πρόσωπο του Έλληνα πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη
Πολιτικό πλαίσιο
Σε μια περίοδο που η Άγκυρα αναζητά σταθερά διαύλους επικοινωνίας με την Ουάσιγκτον, η κίνηση αυτή του Ερντογάν λειτουργεί ως εργαλείο κατευνασμού και ως μήνυμα συμβιβαστικής διάθεσης. Η υπόσχεση για επανεξέταση του ζητήματος της Χάλκης, που παραμένει κλειστή από το 1971, αξιοποιείται από τον Ερντογάν για να αναδείξει εικόνα μετριοπαθούς ηγέτη που μπορεί να χειριστεί ευαίσθητα θρησκευτικά ζητήματα.
Την ίδια στιγμή, οι σχέσεις Τουρκίας – ΗΠΑ βρίσκονται σε περίοδο «διαφορετικής διαδικασίας», όπως ο ίδιος τόνισε, με επίκεντρο την πώληση των F-16 και F-35 και την εκκρεμότητα της Halkbank. Η επίκληση του ζητήματος της Χάλκης λειτουργεί ως αντιστάθμισμα σε αυτά τα ακανθώδη θέματα, δίνοντας στον Ερντογάν μια διαπραγματευτική «γέφυρα» προς την αμερικανική πολιτική ηγεσία.
Η επιρροή της ομογένειας στον Τραμπ
Η ελληνική ομογένεια διαθέτει τώρα περισσότερο από ποτέ επιρροή στον Ντόναλντ Τραμπ, τόσο μέσω των θρησκευτικών ταγών – με τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο και τον Αρχιεπίσκοπο Ελπιδοφόρο να συναντώνται απευθείας με τον Αμερικανό Πρόεδρο – όσο και μέσω οικονομικών παραγόντων όπως ο δισεκατομμυριούχος Τζον Κατσιματίδης. Η διπλή αυτή διάσταση, θρησκευτική και επιχειρηματική, ενισχύει την παρουσία και τη βαρύτητα της ομογένειας στο πολιτικό περιβάλλον του Τραμπ, καθιστώντας την έναν από τους βασικούς διαύλους επιρροής στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις.
Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι οι σχέσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη με την Εκκλησία της Αμερικής και το Οικουμενικό Πατριαρχείο βρίσκονται στο ναδίρ. Ο Έλληνας πρωθυπουργός δεν έχει συναντηθεί με τον Αρχιεπίσκοπο Αμερικής Ελπιδοφόρο ούτε με τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο εδώ και πολλά χρόνια, γεγονός που αποδυναμώνει την παρουσία του στην ίδια σφαίρα επιρροής που ο Ερντογάν τώρα επιχειρεί να αξιοποιήσει.
Γεωπολιτικές διαστάσεις
Η αναφορά στη Χάλκη δεν περιορίζεται στο πεδίο των θρησκευτικών δικαιωμάτων. Συνδέεται με το ευρύτερο γεωπολιτικό παίγνιο γύρω από την Τουρκία, την Ανατολική Μεσόγειο και την ορθόδοξη διασπορά. Η Ουάσιγκτον βλέπει στο πρόσωπο του Βαρθολομαίου έναν παράγοντα σταθερότητας με διεθνή ακτινοβολία, ενώ η ελληνική ομογένεια εξακολουθεί να διαθέτει σημαντική πρόσβαση σε αμερικανικά πολιτικά κέντρα.
Για την Άγκυρα, η προοπτική ανακίνησης του ζητήματος της Χάλκης μπορεί να λειτουργήσει ως διαπραγματευτικό χαρτί απέναντι στην Ουάσιγκτον, ιδίως σε ένα περιβάλλον όπου ο Ερντογάν επιδιώκει να εμφανιστεί ως αξιόπιστος συνομιλητής που δεν φοβάται να αγγίξει ιστορικά φορτισμένα ζητήματα.
Εκτίμηση και προοπτικές
Η δήλωση Ερντογάν είναι λιγότερο δέσμευση και περισσότερο μήνυμα προς τα πολλαπλά ακροατήρια: την αμερικανική ηγεσία, την ομογένεια, αλλά και το εσωτερικό της Τουρκίας. Αν και η πιθανότητα ουσιαστικής επαναλειτουργίας της Θεολογικής Σχολής παραμένει αβέβαιη, η προαναγγελία του ανοίγει χώρο για μελλοντικές διαπραγματεύσεις.
Στο άμεσο μέλλον, η Χάλκη θα μπορούσε να μετατραπεί σε ένα είδος «πολιτικού νομίσματος», που η Άγκυρα θα επιχειρήσει να αξιοποιήσει σε συνδυασμό με τα ζητήματα της αμυντικής συνεργασίας και των κυρώσεων. Η επερχόμενη συνάντηση με τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο θα αποτελέσει κριτήριο για το κατά πόσο οι δηλώσεις θα αποκτήσουν πρακτικό περιεχόμενο ή θα παραμείνουν στη σφαίρα της συμβολικής ρητορικής.
Η Ουάσιγκτον, από την πλευρά της, θα συνεχίσει να βλέπει την ελληνική ομογένεια και το Πατριαρχείο ως μοχλούς επιρροής στην τουρκική πολιτική. Η συνάντηση Ερντογάν – Τραμπ με φόντο τη Χάλκη υπογραμμίζει ότι οι γεωπολιτικές ισορροπίες δεν καθορίζονται μόνο από στρατηγικά οπλικά συστήματα και οικονομικές συναλλαγές, αλλά και από τους συμβολισμούς που μπορούν να ενεργοποιήσουν δίκτυα επιρροής με βαθιές ρίζες στην αμερικανική πολιτική σκηνή.
Η Θεολογική Σχολή της Χάλκης
Η Θεολογική Σχολή της Χάλκης, που ιδρύθηκε το 1844 στο νησί Χάλκη της Προποντίδας, αποτέλεσε για πάνω από έναν αιώνα το σημαντικότερο εκπαιδευτικό ίδρυμα της Ορθοδοξίας. Από τα θρανία της πέρασαν κληρικοί και θεολόγοι που στελέχωσαν το Οικουμενικό Πατριαρχείο και άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες ανά τον κόσμο. Το 1971 οι τουρκικές αρχές αποφάσισαν το κλείσιμό της, στο πλαίσιο μεταρρυθμίσεων που απαγόρευαν τη λειτουργία ιδιωτικών ανώτερων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Έκτοτε, η Σχολή παραμένει κλειστή, με αποτέλεσμα να αποτελεί σημείο αναφοράς για τη θρησκευτική ελευθερία και το καθεστώς των μειονοτήτων στην Τουρκία.
Ιστορικό διαπραγματεύσεων
Η επαναλειτουργία της Σχολής αποτέλεσε αντικείμενο επανειλημμένων συζητήσεων μεταξύ Άγκυρας και διεθνούς κοινότητας. Από τη δεκαετία του 1990 έως σήμερα, τόσο η ΕΕ όσο και οι ΗΠΑ έχουν θέσει το ζήτημα στο πλαίσιο διαλόγου για τα ανθρώπινα δικαιώματα και την προστασία των θρησκευτικών μειονοτήτων. Κάθε φορά που οι τουρκοαμερικανικές ή τουρκοευρωπαϊκές σχέσεις εισέρχονταν σε φάση έντασης, η Χάλκη επανερχόταν ως ζήτημα διαπραγμάτευσης. Ωστόσο, παρά τις κατά καιρούς διαβεβαιώσεις, η Άγκυρα δεν έχει προχωρήσει σε ουσιαστικά βήματα, διατηρώντας το θέμα ως διαπραγματευτικό εργαλείο απέναντι στη Δύση.
































