Η συνάντηση του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου με τον Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο δεν ήταν ούτε τυπική ούτε άνευ σημασίας. Αντιθέτως, ήρθε να υπενθυμίσει τη διαχρονική ισχύ της εκκλησιαστικής διπλωματίας, που εδώ και αιώνες λειτουργεί ως ένας πρόσθετος δίαυλος που συχνά έχει λειτουργήσει υπέρ των ελληνικών συμφερόντων. Ο Βαρθολομαίος, με τη φράση «είμαστε στην Κωνσταντινούπολη 1.700 χρόνια και θα παραμείνουμε», δεν απευθύνθηκε μόνο στον Αμερικανό πρόεδρο· απευθύνθηκε σε όλο το διεθνές ακροατήριο, υπενθυμίζοντας ότι το Πατριαρχείο δεν είναι μια θρησκευτική λεπτομέρεια, αλλά ένας θεσμός με γεωπολιτική υπόσταση.
Στο τραπέζι της συζήτησης τέθηκαν ζητήματα που αγγίζουν τα νεύρα της διεθνούς πολιτικής: η επιβίωση των Χριστιανών στη Μέση Ανατολή, η Ουκρανία και η σύγκρουσή της με τη Μόσχα, ακόμη και η σχολή της Χάλκης που παραμένει κλειστή από τις τουρκικές αρχές. Η εκκλησιαστική διπλωματία αποδείχθηκε, για άλλη μια φορά, ικανή να ανοίξει πόρτες και να βάλει ατζέντα στον ισχυρότερο παίκτη του πλανήτη.
Μία ηχηρή απουσία
Κι όμως, ο μόνος απών από αυτό το «τραπέζι» ήταν η Ελλάδα. Όχι επειδή δεν αφορά τη χώρα· κάθε άλλο. Αλλά επειδή ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει καταφέρει να συγκρουστεί τόσο με το Φανάρι όσο και με τον Αρχιεπίσκοπο Αμερικής Ελπιδοφόρο και σημαντικά τμήματα της ομογένειας. Ένα δίκτυο που ιστορικά λειτουργούσε ως γέφυρα με την Ουάσιγκτον, σήμερα παραμένει κλειστό για την ελληνική κυβέρνηση.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο Έλληνας πρωθυπουργός δεν έχει εξασφαλίσει μια συνάντηση με τον Τραμπ, ούτε στον Λευκό Οίκο ούτε στο περιθώριο διεθνών συνόδων. Η εικόνα του Μητσοτάκη να μονολογεί προσπαθώντας να δείξει πως συνομιλεί με τον Αμερικανό πρόεδρο στο περιθώριο της Συνόδου του ΝΑΤΟ παραμένει ένα σύμβολο πολιτικής αμηχανίας. Σε αντίθεση, η παρουσία του Βαρθολομαίου και η μεσολάβηση ισχυρών παραγόντων της ομογένειας, όπως ο Τζον Κατσιματίδης, απέδειξαν ότι η πραγματική πρόσβαση παραμένει στα χέρια της εκκλησιαστικής και ομογενειακής διπλωματίας.
Γεωπολιτική χωρίς την Ελλάδα
Η συγκυρία είναι ακόμη πιο οδυνηρή για την Αθήνα αν σκεφτεί κανείς τη γεωπολιτική διάσταση. Η Ουάσιγκτον αναζητά τρόπους να περιορίσει την τουρκική αυθαιρεσία, να στηρίξει τους Χριστιανούς της Μέσης Ανατολής και να θωρακίσει την Ουκρανία απέναντι στη Μόσχα. Σε όλα αυτά, η Ελλάδα θα μπορούσε να έχει λόγο, να τοποθετηθεί ως δύναμη σταθερότητας και πυλώνας του δυτικού στρατοπέδου στην Ανατολική Μεσόγειο. Αντ’ αυτού, η κυβέρνηση Μητσοτάκη παρακολουθεί αμέτοχη, εγκλωβισμένη στις ίδιες της τις συγκρούσεις με θεσμούς που κανονικά θα έπρεπε να αποτελούν συμμάχους της.
Η εικόνα είναι ξεκάθαρη: εκεί που ο Βαρθολομαίος ανοίγει δρόμους με την Ουάσιγκτον, ο Μητσοτάκης σπαταλά πολιτικό κεφάλαιο σε άγονες αντιπαραθέσεις. Σε μια εποχή όπου η γεωπολιτική ρευστότητα απαιτεί ευελιξία, δικτυώσεις και στρατηγικά στηρίγματα, η ελληνική κυβέρνηση μοιάζει να έχει απομονωθεί. Η συνάντηση στο Οβάλ Γραφείο ήταν άλλη μια υπενθύμιση ότι η πραγματική δύναμη της Ελλάδας στις ΗΠΑ βρίσκεται σε δίκτυα που ο πρωθυπουργός έχει επιλέξει να αγνοήσει – και αυτή είναι μια πολυτέλεια που η χώρα δύσκολα μπορεί να αντέξει.
































