Η φθινοπωρινή «επιστροφή στα γραφεία» βρίσκει την Ευρώπη αντιμέτωπη με έντονες πολιτικές και οικονομικές ζυμώσεις –ένα καζάνι που βράζει. Στην ίδια γραμμή και η Ελλάδα, όπου οι συζητήσεις για τον προϋπολογισμό, τους κλιματικούς στόχους και τη διαχείριση της μετανάστευσης δεν είναι λιγότερο επίκαιρες από ό,τι στις Βρυξέλλες.
Οι αποφάσεις που θα παρθούν τους επόμενους μήνες δεν θα μείνουν στα χαρτιά των ευρωπαϊκών θεσμών· θα δοκιμαστούν στην καθημερινότητα των πολιτών, από τον λογαριασμό του ρεύματος και τη φορολογία, μέχρι τον τρόπο με τον οποίο η χώρα διαχειρίζεται τις μεταναστευτικές ροές στα σύνορά της.
Σε αυτήν την ατμόσφαιρα πολιτικής και οικονομικής έντασης, η ΕΕ καλείται να πάρει αποφάσεις που θα καθορίσουν όχι μόνο την πορεία της Ένωσης αλλά και την καθημερινότητα των πολιτών της.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση μπαίνει σε ένα αποφασιστικό φθινόπωρο, όπου η διασταύρωση δημοσιονομικής πολιτικής, κλιματικών φιλοδοξιών και διαχείρισης της μετανάστευσης φέρνει στην επιφάνεια τις θεμελιώδεις γεωπολιτικές και γεωοικονομικές αντιθέσεις μεταξύ των κρατών-μελών. Στο μέτωπο του προϋπολογισμού, οι «φειδωλοί» του Βορρά –Ολλανδία, Αυστρία, Σουηδία και Γερμανία– αντιστέκονται στην επέκταση του κοινού δανεισμού, επιμένοντας στη δημοσιονομική πειθαρχία και σε αυστηρότερες εθνικές εισφορές. Αντίθετα, οι χώρες του Νότου και της Ανατολής, με τη στήριξη της Γαλλίας και της Ιταλίας, ζητούν βαθύτερη δημοσιονομική αλληλεγγύη ώστε να χρηματοδοτηθούν η Ουκρανία, η πράσινη μετάβαση και έργα ανθεκτικότητας.
Η ίδια γραμμή ρήξης εμφανίζεται και στο κλίμα: η Γερμανία υπερασπίζεται το φυσικό αέριο ως μεταβατικό καύσιμο, η Γαλλία απαιτεί αναγνώριση της πυρηνικής ενέργειας, ενώ η Πολωνία αντιστέκεται σε στόχους που θα κατέστρεφαν την ανθρακική της οικονομία. Είναι μια σύγκρουση που δοκιμάζει αν η Ευρώπη μπορεί να συμφιλιώσει την απανθρακοποίηση με την ενεργειακή ασφάλεια και την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας της.
Την ίδια στιγμή, το Σύμφωνο Μετανάστευσης φέρνει σε αντιπαράθεση τα μεσογειακά κράτη πρώτης γραμμής –Ιταλία, Ελλάδα και Ισπανία– που ζητούν επιμερισμό βαρών, με κυβερνήσεις της Κεντρικής Ευρώπης που εξακολουθούν να αντιστέκονται στη μετεγκατάσταση και προτιμούν χρηματικά ανταλλάγματα.
Οι αλληλεπικαλυπτόμενες αυτές διαμάχες υπογραμμίζουν ότι η συνοχή της ΕΕ εξαρτάται από την ικανότητά της να ισορροπεί ανάμεσα στην αλληλεγγύη και την εθνική κυριαρχία, στη δημοσιονομική ολοκλήρωση και την αυτονομία, στην κλιματική φιλοδοξία και την οικονομική επιβίωση. Οι αποφάσεις του φθινοπώρου δεν θα διαμορφώσουν μόνο την αρχιτεκτονική πολιτικής της Ένωσης για την επόμενη δεκαετία· θα επανακαθορίσουν και την αξιοπιστία της Ευρώπης ως γεωπολιτικού παράγοντα και την ελκυστικότητά της ως γεωοικονομικού χώρου σε έναν κόσμο επιταχυνόμενου ανταγωνισμού.
Η Ελλάδα, που συχνά βιώνει τις ευρωπαϊκές αποφάσεις με μεγαλύτερη ένταση λόγω της γεωγραφικής της θέσης, της ενεργειακής της εξάρτησης και των δημοσιονομικών περιορισμών της, βρίσκεται στο κέντρο αυτών των εξελίξεων. Από το πώς θα κατανεμηθούν τα κονδύλια και ποιοι θα σηκώσουν το βάρος του κοινού προϋπολογισμού, μέχρι το αν τα νοικοκυριά θα αντέξουν το κόστος της πράσινης μετάβασης και αν το νέο σύμφωνο θα δώσει πραγματική ανακούφιση στα νησιά του Αιγαίου, η συζήτηση που ξεκινά φέτος στις Βρυξέλλες αφορά άμεσα την ελληνική κοινωνία.
Η μάχη του προϋπολογισμού
Πρώτο μέτωπο: πώς θα πληρώσει η ΕΕ τους λογαριασμούς της το 2026. Στο τραπέζι βρίσκεται πρόταση για προϋπολογισμό 193 δισ. ευρώ, ενισχυμένος με 105 δισ. από το ταμείο NextGenerationEU. Από αυτά πρέπει να καλυφθούν η στήριξη στην Ουκρανία, οι πράσινες επενδύσεις, η έρευνα και η μεταναστευτική πολιτική. Η φετινή διαπραγμάτευση είναι απλώς η πρόβα για τη μεγάλη μάχη του νέου επταετούς πλαισίου 2028–2034, ύψους 2 τρισ. ευρώ, όπου θα αναμετρηθούν ξανά οι «φειδωλοί» του Βορρά με τις χώρες του Νότου και της Ανατολής που ζητούν περισσότερους κοινούς πόρους.
Η Ελλάδα εξασφάλισε περίπου 49,2 δισ. ευρώ από τον νέο ευρωπαϊκό προϋπολογισμό 2028–34, εκ των οποίων 3,5 δισ. προορίζονται για μετανάστευση και ασφάλεια και 2,8 δισ. για την κοινωνικά δίκαιη πράσινη μετάβαση. Μέχρι σήμερα έχει λάβει ήδη 18 δισ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης, ενώ συνολικά αναμένει έως 36 δισ. ευρώ ως το 2027. Το 2024 πέτυχε πρωτογενές πλεόνασμα 1,3% ΑΕΠ – δείγμα δημοσιονομικής προσαρμογής που την καθιστά «καλό μαθητή» σε σχέση με πολλές άλλες χώρες της Ευρωζώνης.
Ο κλιματικός στόχος για το 2040
Δεύτερο μέτωπο: οι εκπομπές. Η Κομισιόν πρότεινε μείωση 90% έως το 2040 σε σχέση με το 1990. Η πρόταση διχάζει, με τη Γαλλία να επιμένει στην πυρηνική ενέργεια, τη Γερμανία στο φυσικό αέριο και την Πολωνία να φοβάται πλήγμα στον λιγνίτη. Οι αποφάσεις του Δεκεμβρίου θα καθορίσουν όχι μόνο την ευρωπαϊκή πορεία προς την ουδετερότητα αλλά και το κόστος για τα νοικοκυριά – από τους καυστήρες και τα αυτοκίνητα μέχρι τους λογαριασμούς ρεύματος.
Η Ελλάδα έχει ήδη θεσμοθετήσει –55% εκπομπές έως το 2030, –80% έως το 2040 και πλήρη ουδετερότητα το 2050. Σύμφωνα με τον νέο εθνικό ενεργειακό σχεδιασμό, το 82% της ηλεκτροπαραγωγής πρέπει να προέρχεται από ΑΠΕ ως το 2030, με επενδυτικές ανάγκες 95 δισ. ευρώ ως τότε. Από το 2005 έως το 2023 μείωσε τις εκπομπές της κατά σχεδόν 50%, ταχύτερα από τον μέσο όρο της ΕΕ.
Το Σύμφωνο Μετανάστευσης στην πράξη
Τρίτο και πιο πολιτικά φορτισμένο μέτωπο: η μετανάστευση. Το νέο Σύμφωνο εγκρίθηκε το 2023 και προβλέπει ταχύτερες διαδικασίες ασύλου στα σύνορα, μετεγκατάσταση αιτούντων άσυλο και χρηματική συνεισφορά για όσα κράτη αρνηθούν να δεχθούν πρόσφυγες. Αυτό το φθινόπωρο ξεκινά η εφαρμογή του, με τα πρώτα σχέδια να αξιολογούνται από την Κομισιόν τον Οκτώβριο. Η συζήτηση είναι εκρηκτική, με τις χώρες πρώτης γραμμής να ζητούν ουσιαστική αλληλεγγύη και κράτη της Κεντρικής Ευρώπης να παραμένουν επιφυλακτικά.
Ως χώρα πρώτης γραμμής, η Ελλάδα έχει επωφεληθεί ήδη με περίπου 1 δισ. ευρώ από τα ευρωπαϊκά ταμεία Home Affairs για υποδομές, υποστήριξη ασύλου και ένταξη μεταναστών. Η εφαρμογή του νέου Συμφώνου θεωρείται κομβική, καθώς υπόσχεται ανακούφιση για Ιταλία, Ελλάδα και Ισπανία, που έχουν σηκώσει δυσανάλογο βάρος την τελευταία δεκαετία.
Το κρίσιμο φθινόπωρο
Το φθινόπωρο που ξεκινά δεν είναι απλώς μια ακόμη σεζόν κοινοτικών διαπραγματεύσεων. Μέχρι τον Νοέμβριο θα έχει κριθεί ο προϋπολογισμός, τον Δεκέμβριο το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο θα αποφασίσει για τον κλιματικό στόχο του 2040, ενώ ήδη από τον Οκτώβριο θα δοκιμαστεί στην πράξη το νέο Σύμφωνο Μετανάστευσης. Όμως το πραγματικό τους βάρος δεν θα φανεί στα έγγραφα των Βρυξελλών, αλλά στη ζωή των πολιτών.
Για την Ελλάδα, οι αποφάσεις θα καθορίσουν πόσα ευρωπαϊκά κονδύλια θα κατευθυνθούν σε άμυνα, υποδομές και πράσινη ανάπτυξη. Θα ορίσουν πόσο γρήγορα θα αντικατασταθούν οι καυστήρες στα σπίτια, πόσο ακριβό θα είναι το αυτοκίνητο ή ο λογαριασμός του ρεύματος, και αν τα νησιά του Αιγαίου θα συνεχίσουν να σηκώνουν μόνα τους το βάρος της μετανάστευσης.
Σε μια Ευρώπη που δοκιμάζεται από γεωπολιτικές πιέσεις, ανισότητες και πολιτικές διαιρέσεις, το φθινόπωρο του 2025 μοιάζει με ένα crash test για την ίδια τη συνοχή της Ένωσης. Το ερώτημα είναι αν οι αποφάσεις που θα ληφθούν μπορούν να μετατραπούν σε χειροπιαστά αποτελέσματα για τον πολίτη – από την κουζίνα ενός διαμερίσματος στην Αθήνα μέχρι το συνοριακό φυλάκιο ενός μικρού νησιού του Αιγαίου.
































