Την Πέμπτη, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, ανακοίνωσε την επιβολή δασμών 39% στην Ελβετία, τοποθετώντας τη χώρα αυτή στην τέταρτη θέση των χωρών που πλήττονται από τις αποφάσεις του, μετά το Λάος, τη Μιανμάρ και τη Συρία. Η κίνηση αυτή ήρθε μετά από μια συνομιλία διάρκειας μισής ώρας με την πρόεδρο της Ελβετίας, Κάριν Κέλερ-Σούτερ, η οποία χαρακτηρίστηκε από πολλούς ως απογοητευτική και με άσχημο αντίκτυπτο για την Ευρωπαία ηγέτη. Όμως, η πραγματική απορία παραμένει: τι πήγε στραβά στις διαπραγματεύσεις που φαινόταν να κινούνται σε θετική κατεύθυνση για τόσο καιρό;
Το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ με την Ελβετία, ύψους 38,9 δισεκατομμυρίων δολαρίων, φαίνεται να είναι ο βασικός λόγος πίσω από την απόφαση του Τραμπ. Η Κέλερ-Σούτερ, μάλιστα, όπως επισημαίνει σε ανάλυσή του το GZERO, άφησε να εννοηθεί ότι το ποσοστό των δασμών, το 39%, δεν είναι τυχαίο και συνδέεται άμεσα με το μέγεθος του ελλείμματος. Το πρόβλημα αυτό, σύμφωνα με τον Τραμπ, έχει τις ρίζες του στην αμερικανική προτίμηση για χρυσό και πολυτελή αγαθά, όπως τα περίφημα ελβετικά ρολόγια, τα γκουρμέ τυριά και τις σοκολάτες. Οι ΗΠΑ είναι ο κορυφαίος αποδέκτης των εξαγωγών για τα ελβετικά ρολόγια, ενώ αγοράζουν και φαρμακευτικά προϊόντα αξίας 35 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Παρά την εξαίρεση του φαρμακευτικού τομέα από τους δασμούς, ο Τραμπ δεν διστάζει να ασκήσει πίεση, απαιτώντας από εταιρείες όπως η Novartis και η Roche να μειώσουν τις τιμές τους ή να αντιμετωπίσουν αντίποινα. Επιπλέον, η Ελβετία είναι ο 6ος μεγαλύτερος επενδυτής στις ΗΠΑ, δημιουργώντας εκατοντάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας, κάτι που κάνει την κατάσταση πιο περίπλοκη.
Ο ρόλος της Κίνας
Η πραγματική ένταση, ωστόσο, φαίνεται να οφείλεται στην Κίνα. Η μακροχρόνια και ισχυρή σχέση της Ελβετίας με την Κίνα δεν είναι καινούργια, αλλά με την αύξηση των διεθνών εντάσεων στον εμπορικό πόλεμο, οι εμπορικές συμφωνίες της Ελβετίας με το Πεκίνο έχουν γίνει όλο και πιο επίμαχες. Από το 2010, η Κίνα είναι ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Ελβετίας στην Ασία και ο τρίτος μεγαλύτερος παγκοσμίως, μετά την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις ΗΠΑ. Η Ελβετία ήταν μία από τις λίγες χώρες που αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στις κυρώσεις της ΕΕ κατά της Κίνας για τα ανθρώπινα δικαιώματα, και συγκεκριμένα για τις παραβιάσεις σε βάρος των Ουιγούρων.
Η σχέση Ελβετίας-Κίνας ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο φέτος, με επισκέψεις υψηλόβαθμων αξιωματούχων και την υπογραφή νέων εμπορικών συμφωνιών. Η ενίσχυση αυτής της σχέσης έχει προκαλέσει εκνευρισμό στην Ουάσιγκτον, με τον Τραμπ να βλέπει την Ελβετία ως έναν άμεσο ανταγωνιστή στο εμπορικό πεδίο.
Για να επιτείνει την πίεση, ο Τραμπ επιβάλλει δασμούς 30% σε χώρες που διατηρούν στενές σχέσεις με την Κίνα, ενώ και άλλες χώρες, όπως η Νότια Αφρική, ο Καναδάς και το Βιετνάμ, βρίσκονται υπό πίεση λόγω των εμπορικών τους δεσμών με το Πεκίνο.
Η Ελβετία, από την πλευρά της, καλείται να βρει λύσεις. Με περιορισμένα περιθώρια ελιγμών και με τα βιομηχανικά προϊόντα των ΗΠΑ να έχουν ήδη δασμούς κοντά στο μηδέν, η χώρα ενδέχεται να προχωρήσει σε ακύρωση των παραγγελιών F-35 ή σε άλλες αντίποινα. Ενδέχεται, επίσης, να χρειαστεί να επανεξετάσει τη στρατηγική της έναντι της Κίνας, αν θέλει να αποφύγει περαιτέρω κυρώσεις.





























