Με την υπογραφή Μνημονίου Συνεργασίας με τη Βρετανία μετά την έγκριση της Γερμανίας η Τουρκία ολοκληρώνει τη διαδικασία για την παραγγελία 40 αεροσκαφών Eurofighter Typhoon, ισχυροποιώντας τις σχέσεις της με την Ευρώπη και διευρύνοντα το γεωπολιτικό της αποτύπωμα.
Η πρόσφατη υπογραφή Μνημονίου Συνεργασίας μεταξύ του Τούρκου υπουργού Άμυνας, Γιασάρ Γκιουλέρ, και του Βρετανού ομολόγου του, Τζον Χιλ, σηματοδοτεί μια κρίσιμη καμπή στην αμυντική και γεωπολιτική αναδιάταξη ισορροπιών στην περιοχή.
Η συμφωνία, όπως αναφέρεται στην ανακοίνωση του τουρκικού Υπουργείου Άμυνας, φέρνει τις δύο χώρες ένα βήμα πιο κοντά σε πλήρη συμφωνία για την απόκτηση των μαχητικών Eurofighter Typhoon από την Τουρκία. Πρόκειται για μια εξέλιξη που δεν αφορά μόνο τη στρατιωτική ενίσχυση της Άγκυρας, αλλά κυρίως αναδεικνύει μια σταδιακή αλλά σαφή στρατηγική απόσυρση της Ελλάδας από καίρια μέτωπα άσκησης επιρροής στο ευρωατλαντικό σύστημα, επιτρέποντας στην Τουρκία να καλύψει τα κενά που αφήνει πίσω της η Αθήνα.
Η Βρετανία, από την πλευρά της, εγκαταλείπει πλέον κάθε προσχηματική ισορροπία ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία και επενδύει ανοιχτά στην εμβάθυνση των σχέσεών της με την Άγκυρα, προωθώντας τόσο την πώληση των Eurofighter όσο και τη συμμετοχή της Τουρκίας σε μελλοντικά προγράμματα, όπως το βρετανικό Tempest. Αυτή η προσέγγιση εδραιώνει την Τουρκία όχι μόνο ως αποδέκτη προηγμένης τεχνολογίας αλλά και ως συμπαραγωγό και τεχνολογικό εταίρο. Η Ελλάδα, αντιθέτως, περιορίζεται σε ρόλο παρατηρητή, χωρίς εμφανή στρατηγική αντίδραση, αφήνοντας να παγιωθεί μια νέα πραγματικότητα που την τοποθετεί στο περιθώριο των ευρωπαϊκών αμυντικών εξελίξεων.
Η Ελλάδα έχει αποσυρθεί από τα αναχώματα
Παράλληλα, η τουρκική επαναπροσέγγιση με την ΕΕ και τις ΗΠΑ εξελίσσεται απρόσκοπτα, με την Αθήνα να μην ενεργοποιεί τα διπλωματικά της αντανακλαστικά. Το άνοιγμα της Άγκυρας προς την ΕΕ, η επανεκκίνηση της συζήτησης για την τελωνειακή ένωση, η βελτίωση των σχέσεών της με την Ουάσιγκτον και η αποδοχή της ως συνομιλητή από χώρες όπως η Ιταλία, η Ισπανία και η Ουγγαρία, συνθέτουν ένα τοπίο στο οποίο η ελληνική εξωτερική πολιτική εμφανίζεται αμήχανη, χωρίς ξεκάθαρες στοχεύσεις ή παρεμβατικότητα. Ακόμα και στο ΝΑΤΟ, η Ελλάδα έχει πάψει να λειτουργεί ως αντίβαρο ή έστω ως φραγμός στην τουρκική προώθηση θεμάτων που σχετίζονται με την αμυντική ενίσχυση και τις επιχειρησιακές δυνατότητες.
Η αμερικανική στάση, που εξισορροπεί πλέον τη στήριξη Ελλάδας και Τουρκίας –όπως αποτυπώθηκε στην παράλληλη έγκριση της πώλησης F-16 στην Τουρκία και F-35 στην Ελλάδα– αντανακλά αυτήν ακριβώς την στρατηγική επανατοποθέτηση: η Ελλάδα δεν αποτελεί πλέον μοχλό πίεσης ή προνομιακό συνομιλητή, αλλά έναν εκ των δύο πυλώνων της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ, με την Τουρκία να ανακτά προνομιακή θέση.
Η εικόνα που προκύπτει είναι αυτή μιας Ελλάδας που, σε αντίθεση με το πρόσφατο παρελθόν, έχει επιλέξει τη στρατηγική της σιωπηλής αποστασιοποίησης. Η στροφή αυτή ενδέχεται να έχει στηριχθεί σε μια λογική “ψυχραιμίας” και “σταθερότητας”, όμως στην πράξη δημιουργεί ένα γεωπολιτικό κενό το οποίο η Τουρκία σπεύδει να καλύψει όχι πλέον ως πρόβλημα της Δύσης αλλά ως αναβαθμισμένος εταίρος. Αν αυτή η τάση συνεχιστεί, η Ελλάδα κινδυνεύει να βρεθεί εκτός των κέντρων αποφάσεων, χωρίς τα εργαλεία και τις προσβάσεις που εξασφάλιζε μέχρι πρόσφατα μέσω μιας ενεργητικής εξωτερικής πολιτικής. Η αποκατάσταση της θέσης της απαιτεί άμεση αναθεώρηση στρατηγικής, ανασύσταση συμμαχιών και διαμόρφωση ενός νέου δόγματος ενεργούς εμπλοκής σε όλα τα πεδία όπου κρίνονται οι ισορροπίες ισχύος.
































