Γυρίζουμε πίσω στον χρόνο, στα τέλη ενός αιώνα που έσβηνε αφήνοντας πίσω του ψίθυρους και υποσχέσεις. Ήταν Παρασκευή, 13 Μαρτίου 1998, και το Χρηματιστήριο πάλευε εδώ και μήνες, εγκλωβισμένο ανάμεσα σε δύο νούμερα —1.350 και 1.520 μονάδες— σαν καράβι ακινητοποιημένο σε θάλασσα χωρίς άνεμο.
Η εβδομάδα κύλησε αθόρυβα, μα το βράδυ της Παρασκευής ήρθε η είδηση που τάραξε τα νερά: ο πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης ανακοίνωσε υποτίμηση της δραχμής κατά 14%. Ο στόχος ήταν φιλόδοξος — η ένταξη στον Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών της Ε.Ε., το πρώτο αποφασιστικό βήμα προς την Ευρωζώνη.
Το πρωί της Δευτέρας, οι αίθουσες των χρηματιστηριακών πλημμύρισαν από κόσμο. Οι ώρες συνεδρίασης ήταν περιορισμένες – από τις 11:00 ως τις 13:30 – αλλά η ένταση πυκνή σαν καλοκαιρινή καταιγίδα. Οι πωλητές ήταν ελάχιστοι· οι αγοραστές, χιλιάδες. Και έτσι, μέσα σε μόλις δύο μήνες, ο Γενικός Δείκτης εκτοξεύτηκε από τις 1.450 στις 2.800 μονάδες.
Ήταν μια εποχή αλλόκοτη, σχεδόν άναρχη. Οι τίτλοι των μετοχών τυπώνονταν ακόμη σε χαρτί, και η έννοια του θεσμικού πλαισίου έμοιαζε περισσότερο με θεωρία παρά με πράξη. Το trading μέχρι τότε ήταν αγορά Μηχανική κοινή στις 1100 πώληση στις 1150. Συχνά οι μετοχές άλλαζαν χέρια χωρίς να υπάρχουν· τα λεφτά, χωρίς να έχουν κατατεθεί. Η εκκαθάριση γινόταν με Τ+30 και οι ΑΧΕ κρατούσαν υπόλοιπα που μπορούσαν να παρασύρουν ολόκληρους μήνες.
Και ξαφνικά, η μανία άρχισε να θεριεύει. Άνθρωποι που δεν είχαν διαβεί ποτέ το κατώφλι μιας χρηματιστηριακής, άνοιγαν κωδικούς γιατί είδαν τον κουρέα, τον μπακάλη, τον ξάδελφο να “παίρνουν το σπίτι τους πίσω και κάτι παραπάνω”. Οι μικροεπενδυτές ονειρεύονταν “χρυσά κουτάλια” μέσα από μετοχές όπως η Μακλώ, η Νάουσα, ο Μαγρίζος και η Νηματεμπορική, με την Altec, τη Sysware και τον Μυτιληναίο — τα “blue chips” της γειτονιάς.
Τα ΜΜΕ, σαν καρχαρίες που μυρίστηκαν αίμα, όρμησαν. Από τα ψυχρά δελτία της ΕΡΤ περάσαμε στις πυρετώδεις live εκπομπές της μεσημεριανής ζώνης με τους γνωστούς πρωταγωνιστές. Εφημερίδες οικονομικές ξεπουλούσαν στα περίπτερα σαν ζεστό ψωμί με το χρηματιστήριο να ξεπουλάει από τις εννιά το πρωί. Ραδιόφωνα μετέδιδαν τιμές μετοχών. Σε κάθε καφέ και κουρείο ακουγόταν μια πρόβλεψη, μια φήμη, μια «σίγουρη πληροφορία».
Το 1999 έσκασε σαν πυροτέχνημα. Ένας χρόνος που θα γραφόταν στην Ιστορία ως το χρηματιστηριακό «φαινόμενο της τουλίπας». Οι επενδυτικοί κωδικοί ξεπέρασαν το 1,5 εκατομμύριο. Όλοι έγιναν “ειδικοί”, “χρηματιστές”, “σύμβουλοι”. Κάποιοι σταμάτησαν να δουλεύουν· άλλοι πούλησαν σπίτια, πήραν δάνεια. Η ζωή μεταφέρθηκε στις αίθουσες των ΕΛΔΕ, που ξεφύτρωναν με ρυθμό ταχύτερο από τα video clubs της δεκαετίας.
Οι αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου διαδέχονταν η μία την άλλη, όπως και οι νέες εισαγωγές. Η ρευστότητα ξεχείλιζε. Ένα split ή μια απλή φήμη για ΑΜΚ μπορούσε να φέρει limit up για τρεις συνεχόμενες ημέρες. Και τότε, κάθε Τετάρτη, συνεδρίαζε η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Κάθε Πέμπτη, η ανακοίνωση: ποιες εταιρείες θα “πετάξουν” την επόμενη εβδομάδα.
Κάποιοι πάντα ήξεραν από την Τετάρτη. Εσωτερική πληροφόρηση, ξεκάθαρα παράνομη — αλλά ποιος νοιαζόταν τότε; Το δίκαιο και το άδικο ήταν έννοιες θολές, σχεδόν ρευστές μέσα στη γενική ευφορία. Το θεσμικό πλαίσιο έμοιαζε με σκηνικό θεάτρου· υπήρχε για να φαίνεται.
Ιστορίες από εκείνη την εποχή υπάρχουν πολλές. Άλλες αστείες, άλλες τραγικές. Άλλες φαντάζουν σαν μύθος, κι άλλες σαν προειδοποίηση. Θα συνεχίσουμε να τις θυμόμαστε, να τις αφηγούμαστε. Γιατί, όπως λένε, όλα στη ζωή είναι κύκλος. Και ήδη έχει περάσει μια ολόκληρη γενιά από τότε…































