Την απροθυμία των Ευρωπαίων εταίρων και νατοϊκών συμμάχων να εμπλακούν ουσιαστικά στη διαχείριση της αποσταθεροποιητικής κρίσης στη Λιβύη συναντούν Ιταλία και Ελλάδα, καθώς η έξαρση των μεταναστευτικών ροών και η στρατηγική διείσδυση τρίτων δυνάμεων, όπως η Ρωσία και η Τουρκία, επαναφέρουν με οξύτητα στο προσκήνιο το γεωπολιτικό πρόβλημα της Βόρειας Αφρικής.
Η Ρώμη εκπέμπει σήμα κινδύνου για την αυξανόμενη ρωσική στρατιωτική και πολιτική παρουσία στη χώρα, εντοπίζοντας δραστηριότητες που ξεκινούν από την ενίσχυση του πολέμαρχου Χάφταρ έως και τη συστηματική εργαλειοποίηση της μετανάστευσης μέσω δικτύων λαθρεμπορίου. Στην Αθήνα, ο προβληματισμός εστιάζει στον επανεμφανιζόμενο τουρκολιβυκό άξονα και στην προσπάθεια παράκαμψης του διεθνούς δικαίου μέσω οριοθετήσεων θαλάσσιων ζωνών που φθάνουν μέχρι τα νότια της Κρήτης.
Το θέμα ανεβάζει εκτενές ρεπορτάζ του POLITICO, το οποίο καταγράφει το άγχος Ελλάδας και Ιταλίας και την αδιαφορία που συναντούν στις Βρυξέλλες.
Παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις και πρωτοβουλίες σε ευρωπαϊκό και νατοϊκό επίπεδο, το αίτημα για συλλογική δράση επιστρέφει άπρακτο. Η πρόσφατη αποστολή Ευρωπαίων αξιωματούχων στη Βεγγάζη, με επικεφαλής τον Επίτροπο Μετανάστευσης Μάγκνους Μπρίνερ και τη συμμετοχή υπουργών της Ελλάδας, της Ιταλίας και της Μάλτας, εξελίχθηκε σε διπλωματικό φιάσκο, καθώς το καθεστώς Χάφταρ τους κήρυξε «ανεπιθύμητους» και τους απέλασε.
Μεταναστευτική έξαρση και στρατηγικά παίγνια
Οι μεταναστευτικές ροές από τη Λιβύη αυξάνονται ραγδαία, με τις αφίξεις στην Κρήτη να έχουν ξεπεράσει τις 9.000 από την αρχή του έτους — σχεδόν διπλάσιες σε σχέση με το σύνολο του 2024. Το μέγεθος και η ένταση του φαινομένου υποχρέωσε την ελληνική κυβέρνηση να αναστείλει προσωρινά την επεξεργασία αιτήσεων ασύλου για αφίξεις δια θαλάσσης από τη Βόρεια Αφρική, απόφαση την οποία ανακοίνωσε ο ίδιος ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης στη Βουλή, κάνοντας λόγο για κατάσταση «έκτακτης ανάγκης».
Παράλληλα, η ανάπτυξη ελληνικών πολεμικών πλοίων νότια της Κρήτης δεν αποδίδει, όπως παραδέχονται κυβερνητικοί αξιωματούχοι, καθώς ενδέχεται να λειτουργεί αποτρεπτικά μόνον για ένα μέρος των ροών, την ώρα που χιλιάδες μετανάστες φτάνουν αυτοβούλως σε ελληνικά εδάφη, ακολουθώντας επικίνδυνες διαδρομές.
Η Ιταλία, βλέποντας επίσης αύξηση των αφίξεων στα δικά της παράλια, ανησυχεί για τις παρενέργειες των ελληνικών περιοριστικών μέτρων, προειδοποιώντας για «εκτροπή» των ροών προς τη Σικελία. Ο Ιταλός ΥΠΕΞ Αντόνιο Ταγιάνι δηλώνει ότι η Λιβύη αποτελεί «κατεπείγουσα υπόθεση που πρέπει να αντιμετωπιστεί συλλογικά από την Ευρώπη», αλλά η απουσία δράσης καθιστά τις δηλώσεις άνευ αντίκρισμα.
Ρωσία και Τουρκία χρησιμοποιούν τη Λιβύη
Η Ρωσία φέρεται να ενισχύει συστηματικά τον Χάφταρ με οπλισμό, μέσω του «Σώματος Αφρικής» του ρωσικού υπουργείου Άμυνας, ενώ αναφορές κάνουν λόγο για προθέσεις εγκατάστασης ναυτικής βάσης στην Αλ Μαρχή και πυραυλικών συστημάτων στη Σέμπχα, νοτίως της Λιβύης. Αν και αναλυτές εκτιμούν πως η Μόσχα απέχει ακόμη από το να απειλεί ευθέως την Ευρώπη, η δυνατότητα χρήσης λιβυκών βάσεων για επιχειρήσεις logistics και έμμεσες επιρροές είναι ήδη υπαρκτή.
Η Τουρκία, από την άλλη, επιδιώκει –κατά την Αθήνα– να εδραιώσει ενεργειακά τετελεσμένα σε συνεννόηση με την Τρίπολη, επαναφέροντας το αφήγημα των παράνομων θαλάσσιων ζωνών νοτίως της Κρήτης και ενισχύοντας την αμφισβήτηση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων. Η ελληνοτουρκική διάσταση συνδέεται με τη μεταναστευτική πίεση, προσδίδοντας στρατηγικό βάθος στις ανησυχίες της Αθήνας.
Η σιωπή των εταίρων και οι γεωπολιτικές αποτυχίες
Παρά το γεγονός ότι οι εξελίξεις στη Λιβύη αγγίζουν πλέον τα όρια μιας περιφερειακής κρίσης ασφαλείας, οι βασικοί Ευρωπαίοι παίκτες κρατούν αποστάσεις. Η Γαλλία εμφανίζεται να συμμερίζεται μεν τις ανησυχίες της Ιταλίας, ωστόσο δεν προχωρά σε δεσμεύσεις. Όπως σημειώνει Ιταλός αξιωματούχος με γνώση των επαφών Μελόνι – Μακρόν, «υπάρχουν αποχρώσεις» στις προσεγγίσεις Ρώμης και Παρισιού.
Η πολιτική απροθυμία της Γαλλίας αποδίδεται, σύμφωνα με αναλυτές, στην αποτυχία της στο Σαχέλ, που καθιστά δύσκολη τη δημόσια αντιπαράθεση με τη ρωσική διείσδυση. Όπως επισημαίνει η Virginie Collombier του πανεπιστημίου LUISS της Ρώμης, «για τη Γαλλία, η Λιβύη δεν είναι πλέον κεντρικό ζήτημα. Η ανάδειξή του ενισχύει το αφήγημα αποτυχίας του Παρισιού στην Αφρική».
Ακόμα και το ΝΑΤΟ φαίνεται να αποφεύγει επιμελώς τη συζήτηση: η τελευταία διακήρυξή του, στις 25 Ιουνίου στη Χάγη, δεν κάνει καμία αναφορά στην Αφρική.
Η «αδιαφορία» ως τακτική αποφυγής
Η επιφανειακή απάθεια των Ευρωπαίων και των Νατοϊκών συμμάχων δεν πηγάζει μόνο από την κόπωση ή την έλλειψη πόρων. Αντιθέτως, πίσω από τη φαινομενική αδράνεια υποκρύπτεται μια στρατηγική αποφυγή: η απροθυμία να αναγνωριστεί επίσημα η αυξανόμενη ρωσική επιρροή στη Λιβύη και κατ’ επέκταση στη Μεσόγειο. Μια τέτοια αναγνώριση θα συνεπαγόταν αναπόφευκτα την εμπλοκή της Μόσχας σε ευρύτερες διαπραγματεύσεις, ως ισότιμου γεωπολιτικού παράγοντα.
Η Ρωσία επιδιώκει ακριβώς αυτή τη διεύρυνση των μετώπων – Λιβύη, Σαχέλ, Συρία – ώστε να ενισχύσει τη διαπραγματευτική της θέση απέναντι στη Δύση και να επιτύχει συμψηφισμούς σε μέτωπα όπως η Ουκρανία, οι κυρώσεις και η ενεργειακή ασφάλεια. Αν η Ευρώπη αναγκαστεί να αναγνωρίσει τη Ρωσία ως μέρος της εξίσωσης στη Λιβύη, τότε το πλαίσιο των συνομιλιών θα αλλάξει δραστικά.
Η σιωπή και η αδράνεια της Δύσης λειτουργούν, επομένως, ως σκόπιμη στρατηγική: κρύβουν την πραγματικότητα, επιβραδύνουν τις εξελίξεις και αποτρέπουν την αναγκαία προσαρμογή σε έναν αναδυόμενο πολυπολικό κόσμο.
Για χώρες όπως η Ελλάδα και η Ιταλία, όμως, αυτή η «αποφυγή» σημαίνει επιβάρυνση, έκθεση σε κινδύνους και ανάληψη ενός δυσανάλογου μεριδίου ευθύνης για την ασφάλεια της Μεσογείου.
































