Σχεδόν 3 εκατομμύρια μη εξυπηρετούμενα δάνεια επηρεάζουν 2,4 εκατομμύρια ανθρώπους στην Ελλάδα, σύμφωνα με εκτίμηση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, με τον Charles Cohen, ειδικό του ΔΝΤ σε θέματα χρηματοπιστωτικών αγορών, να περιγράφει ένα πρόβλημα με σαφείς συστημικές προεκτάσεις.
Το εύρος του ζητήματος λειτουργεί ως ηχηρό καμπανάκι τόσο για το τραπεζικό σύστημα όσο και για την κυβέρνηση, καθώς επαναφέρει στο προσκήνιο μια δομική αδυναμία που παραμένει ενεργή παρά τη βελτίωση των μακροοικονομικών δεικτών.
Η ένταξη του ζητήματος στην ατζέντα του ΔΝΤ σηματοδοτεί την έναρξη ενός κύκλου ευρύτερης ανάδειξης από διεθνείς και ευρωπαϊκούς φορείς, με υψηλή πιθανότητα το θέμα να μεταφερθεί σταδιακά και στο επίπεδο των αγορών. Σε ένα τέτοιο σενάριο, η αξιολόγηση της ποιότητας ενεργητικού των τραπεζών και η πραγματική πιστωτική δυναμική της οικονομίας ενδέχεται να τεθούν εκ νέου υπό scrutiny, επηρεάζοντας τόσο το επενδυτικό αφήγημα όσο και το κόστος χρηματοδότησης.
Ο μεγάλος αριθμός μη εξυπηρετούμενων δανείων έχει υπερφορτώσει το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, ενώ η αδυναμία εξυπηρέτησης παλαιών υποχρεώσεων λειτουργεί ως φραγμός στην πρόσβαση των νοικοκυριών σε νέα χρηματοδότηση. «Αυτός είναι ένας τεράστιος αριθμός για την ελληνική οικονομία», δήλωσε ο Cohen, προσθέτοντας ότι «το σύστημα έχει κάπως υπερφορτωθεί από αυτά. Γι’ αυτό πιστεύουμε ότι χρειάζονται μεταρρυθμίσεις».
Ο ελληνικός τραπεζικός τομέας διασώθηκε κατά τη διάρκεια της κρίσης 2009–2018, έπειτα από σημαντικές απώλειες στα κρατικά ομόλογα και εκτεταμένη αύξηση των αθετήσεων πληρωμών, σε ένα περιβάλλον βαθιάς ύφεσης και ακραίας αβεβαιότητας για τη θέση της χώρας στην ευρωζώνη. Στη συνέχεια, η οικονομία ανέκαμψε, οι τράπεζες επαναιδιωτικοποιήθηκαν και τα δάνεια διάσωσης εξυπηρετούνται ταχύτερα από το αρχικά προβλεπόμενο χρονοδιάγραμμα.
Ωστόσο, η ανάκαμψη παραμένει ατελής. Μεγάλο μέρος των νοικοκυριών, το οποίο επλήγη από περικοπές μισθών και συντάξεων κατά την περίοδο της λιτότητας, εξακολουθεί να βρίσκεται εκτός τραπεζικού δανεισμού. «Το βασικό είναι η αποκατάσταση των ισολογισμών των νοικοκυριών», ανέφερε ο Cohen, υπογραμμίζοντας ότι «πρέπει να δημιουργηθεί μια κατάσταση όπου ο μέσος Έλληνας να γίνει ξανά ενεργός συμμετέχων στην αγορά στεγαστικών δανείων και μικρών επιχειρηματικών δανείων».
Η επισήμανση αυτή επαναφέρει στο επίκεντρο τη σχέση μεταξύ τραπεζικής σταθερότητας και πραγματικής οικονομίας, θέτοντας ως προτεραιότητα την επανένταξη των νοικοκυριών στο πιστωτικό κύκλωμα. Σε επίπεδο στρατηγικής, η εξέλιξη υποδεικνύει ότι η επόμενη φάση για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα δεν θα κριθεί μόνο από τους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας, αλλά από την ικανότητά του να μεταφράσει τη σταθερότητα σε πραγματική πιστωτική επέκταση.































