Περισσότερα από τα μισά τροχαία ατυχήματα που καταγράφονται κάθε χρόνο στην Ελλάδα σημειώνονται στην Αττική, σύμφωνα με την ανάλυση της Ένωσης Ασφαλιστικών Εταιριών Ελλάδος, η οποία βασίζεται σε στοιχεία της Διεύθυνσης Τροχαίας Αττικής και της ΕΛΣΤΑΤ για τα έτη 2024 και 2025.
Η εικόνα που προκύπτει επιβεβαιώνει το ιδιαίτερο βάρος της μεγαλύτερης περιφέρειας της χώρας στα τροχαία περιστατικά, καθώς στην Αττική εντοπίζεται περίπου το 49% των κυκλοφορούντων οχημάτων της Ελλάδας, αλλά και το 53% – 55% των τροχαίων ατυχημάτων. Συγκεκριμένα, το 2024 καταγράφηκαν στην Αττική 6.029 τροχαία, που αντιστοιχούσαν στο 54,8% του συνόλου της χώρας, ενώ το 2025 τα ατυχήματα διαμορφώθηκαν σε 5.939, αντιστοιχώντας στο 53,9% του πανελλαδικού συνόλου.
Στη διετία 2024-2025, στην Αττική καταγράφηκαν συνολικά 11.968 τροχαία ατυχήματα, από τα οποία τα 297 ήταν θανατηφόρα. Από αυτά προέκυψαν 14.209 παθόντες, μεταξύ των οποίων 307 νεκροί και 313 σοβαρά τραυματίες. Παρότι η έρευνα καταγράφει βελτίωση σε βασικούς δείκτες οδικής ασφάλειας το 2025 σε σχέση με το 2024, υπογραμμίζει ότι τα θανατηφόρα τροχαία, αν και αντιστοιχούν σε μικρό μόνο μέρος του συνόλου, εξακολουθούν να έχουν δυσανάλογα βαρύ αποτύπωμα στην απώλεια ανθρώπινων ζωών.
Είναι ενδεικτικό ότι τα θανατηφόρα τροχαία στην Αττική μειώθηκαν σε 130 το 2025 από 167 το 2024, ενώ και οι νεκροί περιορίστηκαν σε 136 από 171. Αντίστοιχα, οι σοβαρά τραυματίες μειώθηκαν σε 146 από 167. Ωστόσο, ο αριθμός των ελαφρά τραυματιών ακολούθησε αντίθετη πορεία, καθώς αυξήθηκε οριακά σε 6.822 το 2025 από 6.767 το 2024. Αυτό σημαίνει ότι, παρά τη μικρή υποχώρηση του συνολικού αριθμού των ατυχημάτων, η καθημερινή επιβάρυνση του οδικού δικτύου της Αττικής παραμένει υψηλή.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι το πρόβλημα είναι κυρίως αστικό. Η μεγάλη πλειονότητα των τροχαίων καταγράφεται μέσα σε κατοικημένες περιοχές, όπου σημειώνεται περίπου το 90% του συνόλου των ατυχημάτων και στα δύο εξεταζόμενα έτη. Το ίδιο ισχύει σε μεγάλο βαθμό και για τα δυστυχήματα, καθώς σχεδόν 8 στα 10 θανατηφόρα ατυχήματα του 2025 σημειώθηκαν σε αστικό περιβάλλον. Η εικόνα αυτή δείχνει ότι ο κίνδυνος δεν περιορίζεται στις εθνικές οδούς και στους αυτοκινητοδρόμους, αλλά είναι ενσωματωμένος στην καθημερινή κυκλοφορία της πόλης.

Ως προς το είδος των οχημάτων, τα επιβατικά αυτοκίνητα συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο ποσοστό εμπλοκής στα τροχαία, καθώς αντιπροσωπεύουν περίπου το 55% του συνόλου. Την ίδια στιγμή, όμως, τα δίκυκλα εμφανίζουν σαφώς πιο επιβαρυμένη εικόνα στα πιο σοβαρά περιστατικά. Η συμμετοχή τους στα θανατηφόρα τροχαία διαμορφώθηκε στο 35% το 2024 και στο 31% το 2025, στοιχείο που επιβεβαιώνει τη μεγαλύτερη ευαλωτότητα των αναβατών. Παράλληλα, σε τροχαία που σημειώνονται σε εθνικές οδούς και αυτοκινητοδρόμους, τα δίκυκλα έχουν σταθερά υψηλή παρουσία, κοντά στο 30%.
Ως προς το είδος του ατυχήματος, οι συγκρούσεις οχημάτων αποτελούν τη συχνότερη μορφή τροχαίου, αντιπροσωπεύοντας το 66% του συνόλου το 2024 και το 61% το 2025. Υψηλά παραμένουν και τα περιστατικά παράσυρσης πεζών, που διαμορφώθηκαν σε 914 το 2024 και 910 το 2025, αντιστοιχώντας περίπου στο 8% – 9% του συνόλου. Στις περισσότερες από αυτές τις περιπτώσεις εμπλέκονται επιβατικά οχήματα, ενώ σημαντική είναι και η παρουσία των δικύκλων.

Η χρονική κατανομή των ατυχημάτων δείχνει επίσης ορισμένες σταθερές τάσεις. Το μεγαλύτερο πλήθος περιστατικών καταγράφεται μέσα σε κατοικημένες περιοχές σε όλη τη διάρκεια του έτους, με κορύφωση κυρίως τον Μάιο και τον Ιούνιο. Για τα θανατηφόρα τροχαία, αυξημένη επιβάρυνση εμφανίζεται την άνοιξη – και ειδικότερα τους μήνες Μάρτιο, Απρίλιο και Μάιο – ενώ ο Οκτώβριος ξεχωρίζει επίσης ως μήνας με αυξημένο αριθμό θανατηφόρων περιστατικών. Στα σοβαρά ατυχήματα, ο Αύγουστος εμφανίζει αυξημένη βαρύτητα, παρά τη συνήθως μειωμένη κυκλοφορία στην Αττική λόγω θερινής περιόδου.
Η έρευνα εντάσσει τα ευρήματα αυτά και στο ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο οδικής ασφάλειας, υπογραμμίζοντας ότι η παρακολούθηση των δεικτών για την Αττική είναι κρίσιμη για την πορεία προς τους στόχους της ΕΕ για το 2030 και τη μακροπρόθεσμη στρατηγική Vision Zero έως το 2050. Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι, παρά τη βελτίωση ορισμένων δεικτών, το μέγεθος και η φύση του προβλήματος παραμένουν έντονα, ιδίως στο πυκνό αστικό περιβάλλον της πρωτεύουσας.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ΕΑΕΕ επισημαίνει ότι η πρόληψη των τροχαίων ατυχημάτων είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την αποστολή της ασφαλιστικής αγοράς, καθώς η πρόληψη μειώνει τον κίνδυνο και η ασφάλιση περιορίζει τις συνέπειές του. Γι’ αυτό και αναπτύσσει δράσεις ενημέρωσης, ευαισθητοποίησης και προσφοράς, με στόχο τη μείωση των τροχαίων και την προστασία της ανθρώπινης ζωής.































