Η κρίση στον Περσικό Κόλπο μεταφέρει νέο εξωτερικό ρίσκο στις ελληνικές και κυπριακές τράπεζες, όχι τόσο μέσω άμεσων απωλειών, όσο μέσω της έκθεσης των δύο οικονομιών σε κλάδους που επηρεάζονται αμέσως από μια παρατεταμένη ένταση στη Μέση Ανατολή. Αυτή είναι η βασική ανάγνωση της Morningstar DBRS, η οποία βλέπει την ισορροπία κινδύνων να μετατοπίζεται πλέον πιο καθαρά προς το αρνητικό σενάριο.
Το σημείο που ξεχωρίζει ο οίκος είναι ότι η πίεση δεν περιορίζεται στο γενικότερο μακροοικονομικό κλίμα. Περνά μέσα από δύο βασικούς διαύλους – τον τουρισμό και τη ναυτιλία – που έχουν πολύ μεγαλύτερο βάρος στην Ελλάδα και την Κύπρο απ’ ό,τι στον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό σημαίνει ότι μια γεωπολιτική αναταραχή στην περιοχή δεν μένει στο επίπεδο των αγορών ή της ενέργειας, αλλά μπορεί να επηρεάσει άμεσα την πραγματική οικονομία και από εκεί την ποιότητα των τραπεζικών χαρτοφυλακίων.
Η αλλαγή του κλίματος έχει ήδη αρχίσει να καταγράφεται και στις προβλέψεις. Η Τράπεζα της Ελλάδος μείωσε την εκτίμηση για την ανάπτυξη του 2026 στο 1,9% από 2,1%, ενώ και η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου αναθεώρησε χαμηλότερα την πρόβλεψη για το ΑΕΠ, στο 2,7%, ακόμη και υπό την παραδοχή ότι η κρίση δεν θα έχει μεγάλη διάρκεια. Για τη DBRS, αυτές οι πρώτες προσαρμογές δείχνουν ότι η γεωπολιτική αβεβαιότητα δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως θεωρητικός κίνδυνος, αλλά ως παράγοντας που αρχίζει να επηρεάζει μετρήσιμα τις προοπτικές.
Η βασική αδυναμία εντοπίζεται στη συγκέντρωση πιστωτικής έκθεσης σε τομείς ιδιαίτερα ευάλωτους σε ένα τέτοιο σοκ. Στην Ελλάδα, τα δάνεια προς μεταφορές και αποθήκευση αντιστοιχούν σχεδόν στο ένα πέμπτο των επιχειρηματικών χορηγήσεων, ποσοστό αισθητά υψηλότερο από το 5,5% της ΕΕ. Αντίστοιχα, η έκθεση στον τουρισμό παραμένει επίσης σημαντικά υψηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ στην Κύπρο είναι ακόμη μεγαλύτερη. Αυτή η δομή αυξάνει την ευαισθησία των τραπεζικών ισολογισμών σε οποιαδήποτε επιδείνωση των δύο κλάδων.
Στη ναυτιλία, η εικόνα είναι σύνθετη. Η ανακατεύθυνση διαδρομών, η αύξηση των ασφαλίστρων και το υψηλότερο κόστος μεταφοράς ενισχύουν βραχυπρόθεσμα τους ναύλους, βελτιώνοντας τις ταμειακές ροές αρκετών εταιρειών και στηρίζοντας έτσι την εξυπηρέτηση των δανείων τους. Όμως το ίδιο φαινόμενο περιλαμβάνει και τον αντίστροφο κίνδυνο: αν οι αυξημένες δαπάνες και η πιθανή επιβράδυνση του διεθνούς εμπορίου διαρκέσουν, η πίεση στην κερδοφορία του κλάδου θα ενταθεί. Για τις ελληνικές τράπεζες αυτό το ρίσκο μετριάζεται από το γεγονός ότι η χρηματοδότηση της ναυτιλίας βασίζεται σε σημαντικές εξασφαλίσεις και σε διεθνοποιημένη δραστηριότητα, όχι όμως σε βαθμό που να εξαφανίζει την κυκλικότητα του τομέα.
Πιο άμεσος θεωρείται ο κίνδυνος από τον τουρισμό. Εδώ ο μηχανισμός μετάδοσης είναι ταχύτερος και πιο απτός: ακριβότερα ταξίδια, προβλήματα στις αερομεταφορές και επιδείνωση της αίσθησης ασφάλειας μπορούν να χτυπήσουν κρατήσεις, αφίξεις και συνολικά τη ζήτηση. Η σημασία του τουρισμού για την Ελλάδα και ιδιαίτερα για την Κύπρο σημαίνει ότι μια τέτοια μεταβολή δεν μένει στα έσοδα των ξενοδοχείων ή των μεταφορών, αλλά επηρεάζει την απασχόληση, την κατανάλωση, τις μικρότερες επιχειρήσεις και τελικά την πιστοληπτική συμπεριφορά νοικοκυριών και επιχειρήσεων.
Η Κύπρος εμφανίζεται πιο εκτεθειμένη, λόγω μεγαλύτερης συγκέντρωσης δανείων στον τουρισμό και ισχυρότερης εξάρτησης από συγκεκριμένες αγορές, μεταξύ αυτών και το Ισραήλ. Η Ελλάδα, σύμφωνα με τη λογική της ανάλυσης, διαθέτει μεγαλύτερη διαφοροποίηση και θεωρητικά μπορεί να απορροφήσει μέρος της ζήτησης ως ασφαλέστερος προορισμός, υπό την προϋπόθεση όμως ότι η κρίση δεν θα βαθύνει.
Πέρα από αυτούς τους δύο άμεσους διαύλους, η DBRS βλέπει και ένα δεύτερο επίπεδο κινδύνου μέσω της ενέργειας και του πληθωρισμού. Μια παρατεταμένη άνοδος των ενεργειακών τιμών μπορεί να διατηρήσει πιο σφιχτές τις πληθωριστικές πιέσεις, να περιορίσει το διαθέσιμο εισόδημα και να επηρεάσει δυσμενώς τη ζήτηση στην οικονομία. Για τις τράπεζες αυτό δημιουργεί μικτό αποτέλεσμα: τα υψηλότερα επιτόκια στηρίζουν βραχυπρόθεσμα τα καθαρά έσοδα από τόκους, αλλά ταυτόχρονα δυσκολεύουν την πιστωτική επέκταση και αυξάνουν τις πιέσεις στην εξυπηρέτηση δανείων.
Το γενικό συμπέρασμα του οίκου δεν είναι ότι οι ελληνικές τράπεζες βρίσκονται μπροστά σε άμεση αποσταθεροποίηση. Αντίθετα, η αφετηρία τους παραμένει ισχυρότερη σε σχέση με το παρελθόν, με καλύτερη κερδοφορία και επαρκή κεφαλαιακή βάση. Όμως το περιβάλλον έχει αλλάξει. Το ζήτημα πλέον δεν είναι αν ο κλάδος έχει ενισχυθεί, αλλά αν αυτή η ενίσχυση αρκεί απέναντι σε ένα νέο κύμα εξωτερικών πιέσεων που δεν ξεκινά από το τραπεζικό σύστημα, αλλά μπορεί να καταλήξει σε αυτό.
Με άλλα λόγια, η ανθεκτικότητα υπάρχει, αλλά μπαίνει σε πιο απαιτητική δοκιμασία. Και όσο η αβεβαιότητα στη Μέση Ανατολή παραμένει, τόσο μεγαλύτερη βαρύτητα θα αποκτά το ερώτημα αν οι πιέσεις θα μείνουν στο επίπεδο της μακροοικονομίας ή αν θα αρχίσουν να περνούν με μεγαλύτερη ένταση και στους τραπεζικούς ισολογισμούς.































