Τον κώδωνα του κινδύνου κρούει ο ΟΟΣΑ για τη δομή και τη χρηματοδότηση της ταχείας αύξησης των αμυντικών δαπανών, επισημαίνοντας ότι η τρέχουσα δυναμική ενίσχυσης των στρατιωτικών προϋπολογισμών ενδέχεται να εξελιχθεί σε μόνιμη δημοσιονομική επιβάρυνση.
Η επιστροφή των δαπανών σε επίπεδα Ψυχρού Πολέμου καταγράφεται σε πολλές χώρες, με την αύξηση να επικεντρώνεται κυρίως σε αγορές εξοπλισμών και αναπλήρωση αποθεμάτων.
Περιορισμένη παραμένει η οικονομική απόδοση αυτής της δαπάνης. ΟΟΣΑ εκτιμά ότι ο δημοσιονομικός πολλαπλασιαστής κυμαίνεται μεταξύ 0,6 και 1, γεγονός που μεταφράζεται σε μέτρια ενίσχυση της οικονομικής δραστηριότητας σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα. Η επίδραση αυτή εξασθενεί καθώς αυξάνονται οι πιέσεις σε τιμές, επιτόκια και δημόσια οικονομικά, ενώ η ανάγκη δημοσιονομικής προσαρμογής περιορίζει τα αρχικά οφέλη.
Το κρίσιμο συμπέρασμα της ανάλυσης αφορά τη σύνθεση της δαπάνης. Όταν η αύξηση των αμυντικών προϋπολογισμών δεν συνοδεύεται από επενδύσεις σε έρευνα και ανάπτυξη και από διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, δεν ενισχύει την παραγωγική ικανότητα των οικονομιών. Αντίθετα, λειτουργεί ως σταθερός παράγοντας επιβάρυνσης των δημόσιων οικονομικών, ιδιαίτερα σε περιβάλλον αυξημένων επιτοκίων.
Νικητές και χαμένοι
Ξεκάθαρη είναι η διαφοροποίηση που αναδεικνύεται μεταξύ των οικονομιών του ΟΟΣΑ, με βάση το επίπεδο χρέους και την ύπαρξη αμυντικής βιομηχανικής βάσης. Χώρες με χαμηλότερο δημόσιο χρέος και ισχυρή εγχώρια παραγωγή στρατιωτικού εξοπλισμού ενισχύουν ταχύτερα τις δαπάνες τους και απορροφούν μεγαλύτερο μέρος της οικονομικής δραστηριότητας που δημιουργείται.
Στις οικονομίες αυτές, η αύξηση της ζήτησης για εξοπλισμούς μεταφράζεται σε παραγωγή, απασχόληση και βιομηχανική κινητοποίηση. Αντίθετα, σε χώρες με υψηλό δημόσιο χρέος, η αύξηση των δαπανών περιορίζεται ή χρηματοδοτείται μέσω δανεισμού, εντείνοντας τις πιέσεις στη βιωσιμότητα του χρέους.
ΟΟΣΑ επισημαίνει ότι αρκετές χώρες κατέφυγαν σε δανεισμό μετά το 2022 για να επιταχύνουν την ενίσχυση των στρατιωτικών τους δυνατοτήτων, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις έχουν ήδη υιοθετηθεί φορολογικά μέτρα για την αποφυγή ταχείας αύξησης του χρέους. Η εξέλιξη αυτή καθιστά τη δημοσιονομική αντοχή καθοριστικό παράγοντα στην ταχύτητα και την αποτελεσματικότητα της επανεξοπλιστικής πολιτικής.
Βραχυπρόθεσμη ώθηση χωρίς διατηρήσιμη ανάπτυξη
Η αύξηση των αμυντικών δαπανών δημιουργεί άμεση ενίσχυση της οικονομικής δραστηριότητας, ιδιαίτερα σε οικονομίες με διαθέσιμη παραγωγική ικανότητα. Η επίδραση αυτή συνδέεται με την αύξηση της ζήτησης για βιομηχανικά προϊόντα και υπηρεσίες.
Η δυναμική αυτή περιορίζεται με την πάροδο του χρόνου. Η άνοδος των τιμών και των επιτοκίων, καθώς και η ανάγκη δημοσιονομικής προσαρμογής, μειώνουν την αρχική ώθηση. Παράλληλα, η μετατόπιση πόρων προς τον αμυντικό τομέα περιορίζει τη διαθεσιμότητα κεφαλαίου και εργασίας για άλλες παραγωγικές δραστηριότητες.
Περιορισμένη διάχυση και εξάρτηση από εισαγωγές
Τα οικονομικά οφέλη των αμυντικών δαπανών συγκεντρώνονται σε περιορισμένο αριθμό χωρών και κλάδων. ΟΟΣΑ υπογραμμίζει ότι οι οικονομίες χωρίς ισχυρή εγχώρια αμυντική βιομηχανία εξαρτώνται από εισαγωγές, γεγονός που περιορίζει το θετικό αποτέλεσμα στο ΑΕΠ.
Οι εισαγωγές συμβάλλουν στην ταχύτερη ενίσχυση των στρατιωτικών δυνατοτήτων και στον περιορισμό του κόστους, μειώνουν όμως τη διάχυση της οικονομικής δραστηριότητας στο εσωτερικό. Η επιλογή ενίσχυσης της εγχώριας παραγωγής αυξάνει την οικονομική επίδραση, συνοδεύεται όμως από υψηλότερες δημοσιονομικές απαιτήσεις.
Ανεπαρκής σύνδεση με έρευνα και ανάπτυξη
Κεντρικό σημείο της ανάλυσης αφορά τη χαμηλή συμμετοχή της έρευνας και ανάπτυξης στις αμυντικές δαπάνες των περισσότερων χωρών του ΟΟΣΑ. Οι δαπάνες κατευθύνονται κυρίως σε προμήθειες εξοπλισμών, χωρίς να δημιουργούν ισχυρές βάσεις τεχνολογικής καινοτομίας.
Η περιορισμένη επένδυση σε R&D μειώνει τη δυνατότητα δημιουργίας παραγωγικών ωφελειών μέσω τεχνολογικών διαχυσεων. ΟΟΣΑ επισημαίνει ότι μόνο όταν η στρατιωτική έρευνα οδηγεί σε καινοτομία προκύπτουν διατηρήσιμα οφέλη για την παραγωγικότητα και την οικονομία.
Αυξανόμενες δημοσιονομικές πιέσεις και ανάγκη προσαρμογής
Η ενίσχυση των αμυντικών προϋπολογισμών προστίθεται σε ένα ήδη επιβαρυμένο δημοσιονομικό περιβάλλον. Συντάξεις, δαπάνες υγείας, μακροχρόνια φροντίδα και επενδύσεις για την κλιματική μετάβαση δημιουργούν ανταγωνιστικές απαιτήσεις για δημόσιους πόρους.
ΟΟΣΑ υπογραμμίζει ότι, παρά την πολιτική δέσμευση για αύξηση των αμυντικών δαπανών, παραμένει περιορισμένη η σαφήνεια ως προς τη χρηματοδότησή τους. Η προσωρινή χαλάρωση των δημοσιονομικών κανόνων, ιδιαίτερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, διευκολύνει τη βραχυπρόθεσμη χρηματοδότηση, δεν υποκαθιστά όμως την ανάγκη μεσοπρόθεσμης δημοσιονομικής προσαρμογής.
Προμήθειες και μεταρρυθμίσεις καθορίζουν την έκβαση
Η αποτελεσματικότητα των αμυντικών δαπανών εξαρτάται από τον τρόπο υλοποίησής τους. ΟΟΣΑ επισημαίνει ότι πολλές χώρες προχωρούν σε μεταρρυθμίσεις για την επιτάχυνση των διαδικασιών προμηθειών και τη βελτίωση του συντονισμού.
Η ενίσχυση της διακρατικής συνεργασίας, ιδιαίτερα στην Ευρώπη, μπορεί να οδηγήσει σε οικονομίες κλίμακας και σε ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της αμυντικής βιομηχανίας. Παράλληλα, η μείωση των εμποδίων εισόδου και η ενίσχυση του ανταγωνισμού αποτελούν προϋποθέσεις για τη βελτίωση της αποδοτικότητας των δαπανών.
Αναδιάταξη πόρων με αυξημένο κόστος
Η αύξηση των αμυντικών δαπανών συνιστά ανακατανομή πόρων εντός των οικονομιών και όχι δημιουργία νέας αναπτυξιακής δυναμικής. Η βραχυπρόθεσμη ενίσχυση της δραστηριότητας συνοδεύεται από αυξανόμενες δημοσιονομικές πιέσεις και περιορισμένες προοπτικές ενίσχυσης της παραγωγικότητας.
ΟΟΣΑ καταδεικνύει ότι χωρίς επένδυση στην καινοτομία και χωρίς συνεκτική δημοσιονομική στρατηγική, η ενίσχυση των στρατιωτικών δαπανών οδηγεί σε επιδείνωση της δημοσιονομικής θέσης, ιδιαίτερα στις οικονομίες με υψηλό δημόσιο χρέος.
