Το χάσμα ανάμεσα στο κυβερνητικό αφήγημα περί ενίσχυσης της πρόληψης και στην πραγματικότητα που περιγράφουν οι γιατροί αναδεικνύει η υπόθεση του προγράμματος «Δοξιάδη», με τον Ιατρικό Σύλλογο Αθηνών να καταγγέλλει καθυστερήσεις στις πληρωμές προς τους παρόχους που το στηρίζουν.
Η κυβέρνηση από την πλευρά της επενδύει επικοινωνιακά στην επιτυχία των προγραμμάτων πρόληψης για τον καρκίνο του μαστού, προβάλλοντας το πρόγραμμα «Δοξιάδη» ως παράδειγμα σύγχρονης πολιτικής δημόσιας υγείας. Ωστόσο, πίσω από την εικόνα αποτελεσματικότητας, αναδύονται σοβαρές δυσλειτουργίες που θέτουν υπό αμφισβήτηση την αξιοπιστία του ίδιου του μοντέλου υλοποίησης.
Η παρέμβαση του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών προς τον ΕΟΠΥΥ έρχεται να φωτίσει ακριβώς αυτό το κενό. Με επίσημη επιστολή, ο ΙΣΑ ζητά την άμεση αποπληρωμή των οφειλών προς τους παρόχους που συμμετέχουν στο πρόγραμμα, επισημαίνοντας ότι παραμένουν απλήρωτες οι υποβολές του Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2025, χωρίς καμία επίσημη ενημέρωση για τους λόγους της καθυστέρησης ή το χρονοδιάγραμμα εξόφλησης.
Το στοιχείο αυτό από μόνο του δημιουργεί ένα πρώτο ρήγμα στο κυβερνητικό αφήγημα: ένα πρόγραμμα που παρουσιάζεται ως πυλώνας πρόληψης δεν συνοδεύεται από στοιχειώδη οικονομική συνέπεια απέναντι σε όσους το υλοποιούν.
Το πρόβλημα δεν είναι λογιστικό
Η καθυστέρηση πληρωμών δεν αποτελεί απλώς μια γραφειοκρατική εκκρεμότητα. Στην πράξη, μεταφέρεται ως οικονομικό βάρος στα ιδιωτικά διαγνωστικά εργαστήρια, τα πολυϊατρεία και τις ιατρικές εταιρείες που συμμετέχουν στο πρόγραμμα.
Ιδίως σε περιόδους αυξημένων υποχρεώσεων, όπως η προπασχαλινή αγορά, η έλλειψη ρευστότητας δεν είναι αμελητέα λεπτομέρεια. Αντίθετα, επηρεάζει άμεσα τη δυνατότητα των δομών να συνεχίσουν να παρέχουν υπηρεσίες χωρίς περιορισμούς.
Εδώ προκύπτει και το βασικό ερώτημα: μπορεί ένα πρόγραμμα πρόληψης να θεωρείται επιτυχημένο όταν στηρίζεται σε παρόχους που δεν πληρώνονται έγκαιρα;
Το «Δοξιάδη» βασίζεται σε ένα υβριδικό μοντέλο -δημόσιος σχεδιασμός, ιδιωτική εκτέλεση. Το μοντέλο αυτό, θεωρητικά, επιτρέπει ταχύτερη και ευρύτερη κάλυψη. Στην πράξη όμως, προϋποθέτει κάτι κρίσιμο: σταθερούς και αξιόπιστους όρους συνεργασίας.
Όταν οι πληρωμές καθυστερούν χωρίς εξήγηση, το ρίσκο μετακυλίεται μονομερώς στους παρόχους. Και όταν αυτό συμβαίνει συστηματικά, η συνεργασία παύει να είναι ισότιμη και μετατρέπεται σε σχέση εξάρτησης.
Αυτό δεν είναι μόνο ζήτημα αγοράς. Είναι ζήτημα δημόσιας πολιτικής: αν οι πάροχοι αποθαρρυνθούν ή περιορίσουν τη συμμετοχή τους, η ίδια η εμβέλεια του προγράμματος κινδυνεύει.
Καθυστερήσεις καταγγέλλει ο Πατούλης
Ο πρόεδρος του ΙΣΑ, Γιώργος Πατούλης, θέτει ευθέως το ζήτημα της συνέπειας της πολιτείας. Η πρόληψη, σημειώνει, δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς την έγκαιρη αποπληρωμή των υποχρεώσεων προς τους επαγγελματίες υγείας.
Η επισήμανση αυτή αγγίζει την ουσία: η πρόληψη δεν είναι μόνο ιατρικό ζήτημα, αλλά και ζήτημα διοικητικής αξιοπιστίας. Χωρίς αυτήν, ακόμη και τα καλύτερα σχεδιασμένα προγράμματα κινδυνεύουν να υπονομευθούν στην πράξη.
Το πρόβλημα που αναδεικνύεται δεν αφορά μόνο τους παρόχους που περιμένουν να πληρωθούν. Αφορά τη συνολική εικόνα του συστήματος υγείας και την εμπιστοσύνη προς τα προγράμματα πρόληψης.
Όταν η πολιτεία δεν τηρεί τις οικονομικές της υποχρεώσεις, το μήνυμα που εκπέμπεται είναι σαφές: η εφαρμογή υστερεί σε σχέση με τις εξαγγελίες.
Και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο χάσμα στο «πρόγραμμα Δοξιάδη» – όχι απαραίτητα στην πρόθεσή του, αλλά στον τρόπο που υλοποιείται.































