Έναν κλάδο με σαφές οικονομικό βάρος αλλά και ανεκμετάλλευτες δυνατότητες ανέδειξε η έρευνα του ΣΟΚΕΕ σε συνεργασία με την ALCO, που παρουσιάστηκε σήμερα σε εκδήλωση.
Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά: σχεδόν 900.000 επισκέπτες τον χρόνο, πάνω από 1,5 εκατ. διανυκτερεύσεις και συνολική δαπάνη που αγγίζει τα 342 εκατ. ευρώ. Ένα μέγεθος που, όπως προκύπτει από τη μελέτη, τοποθετεί τις εκθέσεις ανάμεσα στους πιο «αθόρυβους» αλλά ουσιαστικούς πυλώνες της οικονομικής δραστηριότητας.
Κι όμως, παρά το αποτύπωμα αυτό, ο κλάδος δεν βρίσκεται στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου για την ανάπτυξη.
«Δεν είναι μόνο εκθέσεις – είναι οικονομική δραστηριότητα»
Τον τόνο έδωσε ο Αλέξης Λαγουδάκης, ο οποίος παρουσίασε τα βασικά ευρήματα, υπογραμμίζοντας ότι «οι εκθέσεις στην Ελλάδα εκτιμάται ότι συνεισφέρουν 342,4 εκατ. ευρώ στον τουριστικό κλάδο».
Η φράση αυτή αποτυπώνει και την ουσία της μελέτης: οι εκθέσεις δεν είναι απλώς επιχειρηματικά γεγονότα, αλλά μια αλυσίδα δραστηριοτήτων που επεκτείνεται σε μεταφορές, φιλοξενία, εστίαση και υπηρεσίες.
Στην ίδια γραμμή, ο πρόεδρος του ΣΟΚΕΕ, Θεόδωρος Βώκος, ήταν ακόμη πιο σαφής: «Δεν είναι μόνο χώροι επιχειρηματικής προβολής και δικτύωσης, αλλά σημαντικοί καταλύτες οικονομικής δραστηριότητας».
Με άλλα λόγια, πρόκειται για έναν κλάδο που λειτουργεί οριζόντια στην οικονομία, επηρεάζοντας πολλαπλούς τομείς ταυτόχρονα.
Οι αριθμοί πίσω από την εικόνα
Η έρευνα δείχνει ότι κάθε χρόνο περίπου 895.000 άνθρωποι επισκέπτονται εκθέσεις στην Ελλάδα, ενώ συμμετέχουν και περίπου 12.500 εκθέτες. Από αυτούς, ένα σημαντικό ποσοστό προέρχεται από το εξωτερικό, ενισχύοντας την εξωστρέφεια του κλάδου.
Η κινητικότητα αυτή μεταφράζεται σε πραγματική οικονομία: περισσότερες από 1,5 εκατ. διανυκτερεύσεις και σημαντική κατανάλωση σε υπηρεσίες.
Ιδιαίτερο βάρος έχουν οι ξένοι επισκέπτες, οι οποίοι δαπανούν κατά μέσο όρο πάνω από 3.000 ευρώ και παραμένουν περισσότερες ημέρες στη χώρα. Το στοιχείο αυτό δείχνει ότι οι εκθέσεις λειτουργούν και ως εργαλείο προσέλκυσης επισκεπτών υψηλής αξίας, πέρα από το παραδοσιακό τουριστικό μοντέλο.
Παράλληλα, έξι στους δέκα επισκέπτες ταξιδεύουν με συνοδούς, αυξάνοντας περαιτέρω το συνολικό οικονομικό αποτύπωμα.
Τουρισμός εκτός σεζόν και «γεμάτα» ξενοδοχεία
Ένα από τα πιο κρίσιμα ευρήματα αφορά τον χρονισμό της δραστηριότητας. Οι εκθέσεις πραγματοποιούνται κυρίως από τον Οκτώβριο έως τον Απρίλιο, δηλαδή σε περιόδους όπου η τουριστική ζήτηση παραδοσιακά υποχωρεί.
Αυτό σημαίνει ότι ο κλάδος λειτουργεί ως εργαλείο επιμήκυνσης της τουριστικής περιόδου, στηρίζοντας την πληρότητα των ξενοδοχείων και τη λειτουργία των επιχειρήσεων φιλοξενίας σε «νεκρούς» μήνες.
Σε ένα περιβάλλον όπου η εποχικότητα παραμένει βασικό πρόβλημα για τον ελληνικό τουρισμό, το στοιχείο αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
«Πολλαπλασιαστικά οφέλη» – αλλά και ανάγκη στρατηγικής
Από την πλευρά της πολιτείας, ο υφυπουργός Ανάπτυξης Σταύρος Καλαφάτης μίλησε για έναν κλάδο με «πολλαπλασιαστικά οικονομικά οφέλη για πλειάδα συνεργαζόμενων κλάδων», επισημαίνοντας τη συμβολή του στην ανάπτυξη και την καινοτομία.
Ωστόσο, το μήνυμα που προκύπτει από την εκδήλωση δεν είναι μόνο επιβεβαιωτικό, αλλά και υπαινικτικά κριτικό: παρά τα μεγέθη, ο κλάδος φαίνεται να χρειάζεται πιο σαφή στρατηγική στήριξης.
Ο πρόεδρος του ΕΒΕΑ, Γιάννης Μπρατάκος, στάθηκε ακριβώς σε αυτό, τονίζοντας ότι η ανάπτυξη του κλάδου απαιτεί «σαφή στρατηγική στόχευση και ποιοτικό, εξειδικευμένο περιεχόμενο», συνδέοντας άμεσα τις εκθέσεις με την αύξηση των εξαγωγών και την ενίσχυση του ΑΕΠ.
Ένας «αθόρυβος» πυλώνας με περιθώριο ανάπτυξης
Το συνολικό συμπέρασμα της έρευνας είναι σαφές: οι εκθέσεις αποτελούν ήδη έναν σημαντικό πυλώνα οικονομικής δραστηριότητας, με ισχυρή διασύνδεση με τον τουρισμό και την επιχειρηματικότητα.
Το ερώτημα που μένει ανοιχτό είναι αν ο κλάδος μπορεί να περάσει στο επόμενο επίπεδο – από έναν «αθόρυβο» παραγωγό αξίας σε έναν κεντρικό μοχλό ανάπτυξης με στοχευμένη πολιτική και επενδύσεις.
Με τα μεγέθη που καταγράφονται, η βάση υπάρχει. Το αν θα αξιοποιηθεί, είναι πλέον ζήτημα επιλογών.






























