Ανησυχία για τον αντίκτυπο της κρίσης στις αγορές private credit στις ευρωπαϊκές τράπεζες εκφράζει η Moody’s, με την ανάλυσή της να επισημαίνει ότι οι τράπεζες διαχειρίζονται και καταγράφουν διαφορετικά τα ανοίγματά τους, αποκρύποτντας τελικά την πραγματικότητα, γεγονός που μπορεί να οδηγήδσει σε απρόβλεπτες καταστάσεις.
Τον κώδωνα του κινδύνου για τις -μεγάλες κυρίως- ευρωπαϊκές τράπεζες κορύει η Moody’s, καθώς διαπιστώνειπεριορισμένη διαφάνεια γύρω από την έκθεση στο private credit. Σε έκθεσή της καταγράφει αυξανόμενη απόκλιση μεταξύ της ταχείας ανάπτυξης των private markets αγορών και της δυνατότητας επενδυτών και εποπτικών αρχών να αξιολογήσουν με ακρίβεια τους σχετικούς κινδύνους.
Το πρόβλημα δεν εντοπίζεται σε άμεση επιδείνωση της πιστοληπτικής ποιότητας, αλλά στην αδιαφάνεια, ιδίως ως προς τις εκτός ισολογισμού δομές και τις ενδεχόμενες υποχρεώσεις.
Η έκθεση των τραπεζών στο private credit έχει ενισχυθεί σταθερά, καθώς οι τράπεζες επεκτείνουν τον ρόλο τους στη χρηματοδότηση εκτός παραδοσιακών δημόσιων αγορών. Η εξέλιξη αυτή αντανακλά τόσο τη ζήτηση από πελάτες όσο και τη στρατηγική μετατόπιση των τραπεζών προς δραστηριότητες χαμηλότερης κατανάλωσης κεφαλαίου και υψηλότερης δημιουργίας προμηθειών. Η Moody’s δεν αξιολογεί την τάση ως αρνητική από μόνη της, υπό την προϋπόθεση ότι οι δομές είναι συντηρητικές και τα πλαίσια διαχείρισης κινδύνου ισχυρά.
Ωστόσο, η απουσία τυποποιημένων ορισμών, οι διαφοροποιήσεις στις πρακτικές γνωστοποίησης και η περιορισμένη εικόνα των δομημένων εκθέσεων υπονομεύουν τη συγκρισιμότητα μεταξύ τραπεζών. Το αποτέλεσμα είναι μια αποσπασματική αποτύπωση του κινδύνου, όπου τα δημοσιευμένα μεγέθη δεν αντικατοπτρίζουν πλήρως την πραγματική έκταση ή τους μηχανισμούς μετάδοσης πιθανών πιέσεων.
Η ανάλυση της Moody’s αναδεικνύει την ασυμμετρία πληροφόρησης ως κρίσιμο παράγοντα κινδύνου, καθώς η περιορισμένη διαφάνεια δυσχεραίνει την ακριβή αποτίμηση των εκθέσεων και οδηγεί σε υποεκτίμηση κινδύνου από τις αγορές, αυξάνει τη μεταβλητότητα σε περιόδους έντασης και ενισχύει την πιθανότητα αυστηρότερων εποπτικών παρεμβάσεων και απαιτήσεων γνωστοποίησης.
Ανάπτυξη του private credit χωρίς σαφή εικόνα
Οι ευρωπαϊκές τράπεζες έχουν αυξήσει την έκθεσή τους στο private credit παράλληλα με την εκρηκτική ανάπτυξη των ιδιωτικών αγορών διεθνώς. Η δραστηριότητα περιλαμβάνει χρηματοδότηση private equity, δανεισμό προς private credit funds και συμμετοχή σε δομημένες συναλλαγές που βασίζονται σε χαρτοφυλάκια εταιρικών δανείων.
Η Moody’s επισημαίνει ότι, παρότι οι τράπεζες παρουσιάζουν τις εκθέσεις αυτές ως senior, διαφοροποιημένες και με ισχυρές δικλίδες προστασίας, η έλλειψη ενιαίων ορισμών δημιουργεί στρεβλώσεις. Ορισμένες τράπεζες περιλαμβάνουν μόνο άμεσο δανεισμό, ενώ άλλες ενσωματώνουν δραστηριότητες όπως NAV lending, subscription finance και δομημένα προϊόντα με χαμηλότερη ρευστότητα.
Η διαφοροποίηση αυτή οδηγεί σε παραπλανητική συγκρισιμότητα. Δύο τράπεζες με παρόμοια μεγέθη έκθεσης ενδέχεται να έχουν ουσιωδώς διαφορετικά προφίλ κινδύνου λόγω διαφορών στη σύνθεση των στοιχείων ενεργητικού και στα χαρακτηριστικά ρευστότητας.
Δείχνουν στοιχεία, θολώνουν την εικόνα
Οι μεγάλες ευρωπαϊκές τράπεζες έχουν αρχίσει να δημοσιοποιούν πιο συστηματικά τα χαρτοφυλάκια private credit. Οι εκθέσεις αυτές αποτελούνται κυρίως από senior δανεισμό προς διαφοροποιημένα χαρτοφυλάκια εταιρικών δανείων ή προς διαχειριστές κεφαλαίων.
Η πρόοδος αυτή συνοδεύεται από σημαντικούς περιορισμούς. Τα δημοσιευμένα στοιχεία βασίζονται σε εσωτερικές ταξινομήσεις και όχι σε ενιαίο πλαίσιο αναφοράς. Παράλληλα, η ανάλυση απομονώνει το private credit από συναφείς δραστηριότητες, όπως το leveraged finance και τα δομημένα προϊόντα, παρότι οι κίνδυνοι είναι διασυνδεδεμένοι.
Η αποσύνδεση αυτή ενδέχεται να αποκρύπτει συγκεντρώσεις κινδύνου. Τράπεζες με ισχυρή παρουσία στις αγορές κεφαλαίου αντιμετωπίζουν αυξημένη πιθανότητα συσχέτισης κινδύνων σε περιόδους έντασης.
Εκτός ισολογισμού εκθέσεις
Το μεγαλύτερο ζήτημα εντοπίζεται στις εκτός ισολογισμού εκθέσεις, κυρίως μέσω οχημάτων ειδικού σκοπού (SPVs) και μεταβλητών οντοτήτων συμφερόντων (VIEs). Οι δομές αυτές χρησιμοποιούνται ευρέως για τιτλοποιήσεις, διανομή κινδύνου και χρηματοδότηση funds.
Το πρότυπο IFRS 12 απαιτεί γνωστοποίηση αυτών των εκθέσεων, όμως τα στοιχεία παρουσιάζονται συγκεντρωτικά και σε ακαθάριστη βάση. Οι δείκτες «μέγιστης έκθεσης σε ζημία» συνδυάζουν εγγυήσεις, γραμμές ρευστότητας και δεσμεύσεις δανείων χωρίς ανάλυση των υποκείμενων στοιχείων.
Η προσέγγιση αυτή δεν επιτρέπει διάκριση μεταξύ:
- νομικών υποχρεώσεων στήριξης και
- οικονομικών ή φήμης κινδύνων που μπορεί να οδηγήσουν σε παρεμβάσεις
Η αδυναμία αυτή περιορίζει ουσιαστικά την αξιολόγηση των πραγματικών ενδεχόμενων κινδύνων.
Ρευστότητα: Ο βασικός μηχανισμός μετάδοσης κινδύνου
Η Moody’s εντοπίζει τη ρευστότητα ως τον βασικό μηχανισμό μετάδοσης κινδύνου, καθώς οι πιέσεις συνδέονται με ανάγκες χρηματοδότησης που εκδηλώνονται μέσω εκταμιεύσεων από δεσμευμένες γραμμές, αυξημένων απαιτήσεων περιθωρίων και εξασφαλίσεων, αναχρηματοδότησης στοιχείων ενεργητικού και παροχής στήριξης σε συνδεδεμένα οχήματα, ενώ οι πρόσφατες πιέσεις σε private credit funds καταδεικνύουν υψηλότερη συσχέτιση με τις ευρύτερες αγορές σε περιόδους έντασης και επιβεβαιώνουν ότι οι πιέσεις ρευστότητας μπορούν να εκδηλωθούν ανεξάρτητα από την εμφάνιση ζημιών.
Ανάλυση τραπεζών: Έντονες διαφοροποιήσεις
Deutsche Bank
Η Deutsche Bank παρέχει την πιο αναλυτική εικόνα. Αναφέρει χαρτοφυλάκιο €26 δισ., με 75% σε διαφοροποιημένα εταιρικά δάνεια. Παράλληλα, δηλώνει €1,6 δισ. σε γραμμές ρευστότητας και εγγυήσεις και συνολική δυνητική έκθεση €28 δισ. μέσω δομημένων οχημάτων.
Barclays
Η Barclays ανακοίνωσε χαρτοφυλάκιο £20 δισ., χωρίς επαρκή στοιχεία για εκτός ισολογισμού κινδύνους.
BNP Paribas
Η BNP Paribas διαθέτει έκθεση €25 δισ. με διαφοροποίηση, αλλά οι ενδεχόμενες υποχρεώσεις δεν συνδέονται σαφώς με το private credit.
Crédit Agricole και Société Générale
Η Crédit Agricole δεν δημοσιοποιεί ξεχωριστά στοιχεία. Η Société Générale αναφέρει περίπου €20 δισ. συνολικής έκθεσης με περιορισμένη ανάλυση.
Santander, HSBC, UBS
Δεν παρέχουν σαφή στοιχεία, περιορίζοντας την αξιολόγηση.
UniCredit
Η UniCredit δηλώνει οριακή έκθεση σε εξειδικευμένες συναλλαγές με αυστηρό πλαίσιο κινδύνου.































